Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

Είδα: Τη «Φλαντρώ» σε σκηνοθεσία Λυδίας Κονιόρδου


Μια σημαντική στιγμή αναγέννησης ενός παραγκωνισμένου κειμένου.

Παρακολουθώντας τη «Φλαντρώ» του Εθνικού Θεάτρου δεν μπορείς παρά να αναρωτηθείς: Πόσο παρεξηγημένη είναι τελικά στο θέατρο η έννοια του παλαιού, του κλασσικού, του ξεχασμένου; Τι είδους υλικά χρειάζεται μια νεοελληνική τραγωδία του περασμένου αιώνα, κατάλληλα να λειάνουν την όψη της και να γεμίσουν τις ρυτίδες της με σφρίγος και λάμψη; Κόντρα στις γενικόλογες -ενδεχομένως και επικίνδυνες- απορίες, το ανέβασμα της Λυδίας Κονιόρδου στο έργο του Παντελή Χορν απαντά με σαφήνεια, τουλάχιστον σε ό,τι την αφορά.

Η «Φλαντρώ» της Νέας Σκηνής είναι μια σημαντική στιγμή αναγέννησης ενός παραγκωνισμένου κειμένου. Είναι μιας μικρότερης κλίμακας «Γκόλφω», που όχι μόνο κοιτάζει με γενναιότητα στο παρελθόν του θεάτρου, αλλά ξεσκονισμένο το εναποθέτει στα πόδια του παρόντος του.

Θα είναι πιθανότατα -για την πλειονότητα των θεατών– η πρώτη γνωριμία τους με το έργο του Χορν. Μπολιασμένη με άφθονα τραγικά, αρχετυπικά στοιχεία η ιστορία παρακολουθεί την αρχόντισσα Φλαντρώ «καθώς βρίσκεται στο χειμώνα της ζωής της», χήρα ύστερα από δύο αποτυχημένους γάμους να αποζητά σαν δαιμονισμένη τον έρωτα ενός νεότερου και αμφιλεγόμενου άνδρα. Μηχανεύεται ένα σωρό τρόπους για να τον φέρει κοντά της, με κυριότερο να τον προξενέψει στη μεγάλη κόρη της, Χρυσώ. Ομως ο κρυφός της πόθος θα θεριέψει όταν η μικρή της κόρη Μυρτώ τής εξομολογείται πως επίσης τον αγαπά…

Απομακρύνοντας με πολύ προσοχή το έργο από την περιοχή της ηθογραφίας και του ψυχολογικού θεάτρου, η Κονιόρδου το διαβάζει με ζωηρό ποιητικό οίστρο, μια επιλογή που αποτυπώνεται παντού στην παράσταση• σε δραματουργικό, ερμηνευτικό κι αισθητικό επίπεδο. Η ποίηση και η αφαίρεση φτιάχνουν εν χορώ μια πολύ δυνατή ατμόσφαιρα: Ξεκινώντας από τα χρωματικά τοπία-φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου (θα λέγαμε πως «καταπίνουν» σχεδόν τα σκηνικά της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου), τα κοστούμια-μικρές εγκαταστάσεις του Άγγελου Μέντη και την υποβλητική μουσική του Τάκη Φαραζή -η ζωντανή εκτέλεση της οποίας συνεργάζεται στην εντέλεια με τους ηθοποιούς– κατασκευάζεται ένα θαυμάσιο περίβλημα που εκσυγχρονίζει το έργο χωρίς να αφήνει πάνω του υπολείμματα δηθενισμού.

Το παιχνίδι σκιάς και φωτός είναι το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο στη σκηνοθεσία της Κονιόρδου, αφού χωρίς να ευαγγελίζεται το εύρημα –η δημιουργός το έχει ξαναδουλέψει στις παραστάσεις της– λειτουργεί και συμβολικά στα όσα διαπραγματεύεται η παράσταση. Οι σκιές γίνονται η υπόμνηση του υπαρξιακού δράματος, του καταπιεσμένου, στερημένου εαυτού και του ανομολόγητου πάθους που στέκει σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των ηρώων και δη της Φλαντρώς.

Κι εδώ φτάνουμε στην ποτισμένη με λύσσα ερμηνεία της Λυδίας Κονιόρδου στον ομώνυμο ρόλο, που προσδίδει σε κάθε λέξη ένα άλλο φορτίο. Μια ερμηνεία που καθόλου δεν υστερεί για χάρη της σκηνοθετικής της ιδιότητας – κι ας το θεωρούμε σχεδόν αναμενόμενο σε παραστάσεις που ο πρωταγωνιστής και ο σκηνοθέτης συναντώνται στο ίδιο πρόσωπο.

Η παρουσία της θα μπορούσε να επισκιάσει και τις συμπρωταγωνίστριές της, αλλά όχι, η Κονιόρδου συνυπάρχει με άξιους συναδέλφους παρά το νεαρό της ηλικίας των περισσοτέρων. Η Ελεάνα Στραβοδήμου έχει δουλέψει πολύ καλά τον ρόλο της Μυρτώς, σχεδόν άφοβη στην «αναμέτρηση» με τη Φλαντρώ, ενώ με μέτρο και κομψότητα διαχειρίζεται η Σεβίλλη Παντελίδου το ρόλο της Χρυσώς. Ευχάριστη έκπληξη στα όρια της ανατροπής, εξαιτίας της γκροτέσκας νότας που προσθέτει στην παράσταση, η παραδουλεύτρα της Μαρίας Διακοπαναγιώτου. Στους ανδρικούς ρόλους, ο Μιχάλης Σαράντης δεν ρισκάρει ιδιαίτερα και κινείται στο ασφαλές έδαφος του επικίνδυνα ωραίου νέου, ενώ ο Φαίδων Καστρής στο ρόλο του Λευτέρη Ζατούνη επιβεβαιώνει πως ο καλός ηθοποιός ξέρει πώς να μην αφήνει ούτε μια πεντάλεπτη σκηνή να πάει χαμένη.

Θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειώναμε πως στις ερμηνείες όλων των ηθοποιών, καθοριστικό ρόλο έχει συντελέσει η χορογραφημένη κίνησή τους σε απω-ανατολίτικα μοτίβα που φέρει την υπογραφή των Αποστολίας Παπαδαμάκη και Μαριάννας Καβαλλιεράτου.

Στέλλα Xαραμή

[tospirto.net]