Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Οταν τραγουδάτε, εμείς σβήνουμε


«Πιτσιρικάς, ήθελα να γίνω παπάς. Αγαπούσα πολύ τον παπά Νικόλα στο χωριό μου, ήταν πολύ καλός ψάλτης και μου έμαθε να ψέλνω. Οταν έψελνα μαζί του, ο κόσμος άκουγε ευλαβικά κι έτσι θεωρούσα ότι έκανα καλό στους ανθρώπους. Σκεφτόμουν ότι αφού και η γειτόνισσά μας η κυρα-Τασούλα που μ’ έβλεπε στη γειτονιά και μ’ έπαιρνε με τις πέτρες, γινόταν άγγελος όταν μας άκουγε, τότε κάτι πολύ καλό κάνουμε. Αλλά τελικά... με κέρδισε η νύχτα. Μου άρεσαν τα φοβερά και τρομερά ξενύχτια, οι όμορφες γυναίκες, όλες τη νύχτα είναι θεές, το παιχνίδι, ο αισθησιασμός, τα τραγούδια, ο χορός, η ένταση».

Η συζήτηση με τον Σωκράτη Μάλαμα είναι πάντα απολαυστική. Γάργαρος άνθρωπος, έντονος συνομιλητής, αποκαλυπτικός και άμεσος, παθιασμένος, ίδιος στην κουβέντα όπως και στο πάλκο: Αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής που σε συγκινεί και σε συνεγείρει, τραγουδοποιός που ανακατεύει ήχους και ακούσματα, πότε μουρμουρίζει και πότε ξεχειλίζει νταλκά, τραγούδι που γίνεται παρηγοριά, χάδι, ξέφρενο γέλιο. Πλησιάζει τα σαράντα χρόνια στη μουσική. Μόλις κυκλοφόρησε καινούργιο δίσκο με τίτλο «Ο χάρτης», δεκατρία τραγούδια σε γνωστούς λαϊκούς δρόμους, με τον ηλεκτρισμό να συναντάει το δημοτικό και την Ανατολή, τα οποία και θα παρουσιάζει στις εμφανίσεις του στο Passport του Πειραιά από τις 14 Μαρτίου.

Τι είναι το λαϊκό τραγούδι σήμερα, τον ρωτάω. «Δεν έχω ιδέα. Δεν έχει σχέση το σημερινό λαϊκό με το παλιό. Το παλιό λαϊκό τραγούδι είχε πέντε συγκεκριμένες φόρμες, στιχουργικά και μουσικά, είχε βρει τα καλούπια του και παρήγαγε θαύματα. Τώρα, δεν ξέρω. Να, για μένα το πιο λαϊκό τραγούδι που γράφτηκε τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι αυτό του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που λέει “ο τόπος που γεννήθηκα πικρό παράπονο έχει, που η θάλασσα δεν δέχτηκε το χώμα του να βρέχει”.

»Να στο πω αλλιώς: Εχω ένα τραγούδι που λέγεται “Ο μονόλογος του τρελού”. Το θεώρησα υπερβολικό τότε που το έγραψα, αλλά ζούσα ακριβώς σε αυτήν την κατάσταση και ήθελα να την περιγράψω. Ακούγοντάς το ξανά σήμερα, το αποδέχομαι απόλυτα και λέω ότι είναι πραγματικά ένα καταπληκτικό τσιφτετέλι που, όμως, δεν πρόκειται να χορευτεί ποτέ. Γιατί δεν φρόντισα να το φέρω στα μέτρα των κοινών αισθήσεων. Νόμιζα ότι επειδή εγώ το ονειρεύτηκα έτσι, έτσι καίγεται κι ο κόσμος, έτσι καταλαβαίνει, έτσι αγωνιά. Ισως, λοιπόν, η λαϊκότητα να είναι η αποκρυπτογράφηση και η απλοποίηση των δεδομένων που μας έρχονται. Ειδάλλως, άμα δεν τα μαζέψεις γίνεσαι γραφικός. Κι εγώ έχω χαρακτηριστεί πολλές φορές γραφικός».

Και νταλκαδιάρης, συμπληρώνω. «Μα φυσικά. Δεν μπορώ να μη συμμετέχω στο δρώμενο και σε πληροφορώ, περνάω καλύτερα απ’ όλο το κοινό μου. Μου δόθηκε η τέχνη μου, αυτό το δώρο, για να μπορέσω να αποφύγω τους ψυχίατρους. Είμαι πολύ τυχερός».

57 χρόνων σήμερα ο Σωκράτης Μάλαμας, πατέρας δύο αγοριών και δύο κοριτσιών, ζει με τη σύζυγό του σ’ ένα χωριό λίγο έξω από τα Τρίκαλα, απ’ το οποίο φεύγει μόνο για τις συναυλίες του.

«Ξεκίνησα 17 χρόνων στα πανηγύρια και στους γάμους. Με φώναζαν γιατί ήμουν πρακτικός παίκτης, εργάτης γης. Στα πανηγύρια των τρελών, όπως τα λέω, παίζαμε ασταμάτητα. Μερόνυχτα. Εκεί, και ο καλύτερος άνθρωπος γινόταν άγριο ζώο. Επαγγελματικά ξεκίνησα τη δεκαετία του ’80. Εχω δει πολλά στη νύχτα. Ανθρώπους σε στιγμές αδυναμίας, χωρίς έλεγχο, έζησα μαζί τους, τους αγάπησα. Με όλα αυτά κέρδισα ένα βαθμό κατανόησης που δεν είχα. Θα κρίνω μια κατάσταση, μια συμπεριφορά, δεν θα κρίνω ανθρώπους.

»Εζησα, φυσικά, και όλο αυτό το κύμα των νυχτερινών τουριστών, τη σπατάλη και την τρέλα. Αλλά και πάλι δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν. Οταν βρίσκεις λάσκα ουρανό, από κει που είναι ενάμισι μέτρο πάνω από το κεφάλι σου, ξαφνικά γίνεται δεκαπέντε μέτρα, αρχίζεις και χοροπηδάς. Είναι πολύ φυσιολογικό. Απλώς, έπρεπε να υπάρχει και μια άλλη πληροφορία βαθιά μέσα μας. Τι γίνεται με όλο αυτό το γλέντι; Επρεπε να αναρωτιόμαστε. Οι άνθρωποι αρκούμαστε σε αυτό που ζούμε αυτή τη στιγμή. Βιώνουμε τον πόνο μας με βαθύ πένθος ή χοροπηδάμε σαν τρελοί από τη χαρά μας, χωρίς να ξέρουμε ότι η χαρά μπορεί να μας οδηγήσει στο χείλος του γκρεμού ή η θλίψη μας σε έναν μεγάλο κήπο».

Σήμερα τι εισπράττεις από το κοινό, ρωτάω, είναι αλλαγμένο; «Μια ένταση που θέλει να βγει μέσα από τραγούδια. Σαν διαδήλωση. Καμιά φορά σκέφτομαι πως όταν τραγουδάει σήμερα ο κόσμος από κάτω, εμείς χανόμαστε, σβήνουμε. Γινόμαστε εμείς οι ακροατές του κόσμου. Αλλά μακάρι να περνάνε καλά».

Το περασμένο καλοκαίρι ο Σωκράτης Μάλαμας απαγόρευσε σε κάποιους από τον χώρο των εκπαιδευτικών να ανέβουν στη σκηνή στη διάρκεια συναυλίας του στο θέατρο Πέτρας. Ηθελαν να διαμαρτυρηθούν για τη γενικότερη κατάσταση στην παιδεία. Η άρνησή του πυροδότησε πύρινα σχόλια περί της μη επαρκούς επαναστατικότητάς του.

«Δεν αφήνω τον θυμό να ανέβει πάνω στη σκηνή. Δεν με ενδιαφέρει· είναι κάτι που απεχθάνομαι βαθιά και σιχαίνομαι τους ανθρώπους που νομίζουν ότι θα ανέβουν στο πάλκο και θα μας πουν κάτι που δεν ξέρουμε, παπαγαλίζοντας πάνω στο κεφάλια ανθρώπων που ήρθαν να ακούσουν δέκα τραγούδια. Δεν επιβάλλομαι σε κανέναν και δεν θέλω να μου επιβάλλεται κανείς. Είμαι βαθιά εγωκεντρικός, αλλά η εγωκεντρικότητά μου σταματάει ακριβώς στα παπούτσια μου. Ας καθίσει ο καθένας μόνος του και ας σκεφτεί τα ναι και τα όχι που είπε τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αυτή είναι μια υπεύθυνη στάση».

Καινούργια και παλιά τραγούδια θα έχει στο πρόγραμμά του στο Passport (Καραΐσκου 119, Πειραιάς, τηλ. 210-42.96.401) κάθε Παρασκευή και Σάββατο, ο Σωκράτης Μάλαμας. Αλλά και τραγούδια που πάντα ήθελε να πει.

«Ζηλεύω πολύ», λέει χαρακτηριστικά. «Δεν έχεις ιδέα πώς ζηλεύω τραγούδια... Λέω, κοίταξε τώρα πως τον αγκάλιασε η μούσα αυτόν τον άνθρωπο και τι του ψιθύρισε. Εχει τόσο πολλή μουσική η Ελλάδα. Σε χρώμα, σε ρυθμό, σε αίσθηση, σε περιπλοκή. Ακούς Πόντιους, Κρητικούς, Θεσσαλούς, Ηπειρώτες, νησιώτες, και παθαίνεις πλάκα. Εχουμε τεράστιο πλούτο. Βέβαια, δεν μπορώ να παραβλέψω και τα μπλουζ, από τα νέγρικα μέχρι τον Εμινεμ, που βγαίνει και κάνει ένα ραπάρισμα και από κάτω είναι μια γραμμή κλεμμένη από τα μπλουζ. Αλλά πρέπει να ξέρεις να ακούς, να έχεις τη διάθεση και να μην έχεις δάνεια να τρέχουν...».