Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Ροκ μαντινάδες


Δεν επιχειρώ να φιλοτεχνήσω ένα γλυκερό πασχαλινό βιντεοκλίπ για τις ανάγκες των ημερών, σε στυλ Πέτρου Γαϊτάνου, απλώς πάω να ξεφύγω από τη μονότονη επανάληψη της πολιτικής ατζέντας και να μιλήσω για την κρίση από άλλη οπτική γωνία.

Το μαγαζί βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ Θησείου και Πετραλώνων, εκεί κοντά στη γέφυρα του Πουλόπουλου. Κρητική ταβέρνα, στέκι ας το πούμε καλύτερα, με λιτούς μεζέδες, τσικουδιά, μπύρες - και μερικές φορές με αυτοσχέδιο ζωντανό πρόγραμμα.

Εκείνο το βράδυ εμφανιζόταν ο Γιάγκος Χαιρέτης, της μεγάλης σχολής των Ανωγειανών μουσικών. Μόνος του με το λαούτο του, που ακούγεται σαν μικρή ορχήστρα. Το κλικ έγινε από το δεύτερο κιόλας τραγούδι. Είχα χρόνια ν’ ακούσω Ερωτόκριτο, αλλά αυτή η μίξη της λόγιας και της λαϊκής παράδοσης ακούστηκε και πάλι στ’ αυτιά μου σαν μανιφέστο, σαν πολιτική δήλωση εξαιρετικά επίκαιρη. Και φαίνεται πως κάπως έτσι υποδέχτηκαν το τραγούδι και οι υπόλοιποι θαμώνες αν κρίνει κανείς από την ανταπόκρισή τους, που αποτυπώθηκε στο τέλος, μετά το χειροκρότημα, με τις ευχαριστίες του καλλιτέχνη για την προσοχή και τη σιωπή που επέδειξαν στα κρίσιμα γυρίσματα του τραγουδιού.

Ο Χαιρέτης είναι ειδική περίπτωση μουσικού. Πατάει γερά στην κρητική παράδοση, στη στιχουργική αλλά και στους μουσικούς της δρόμους -μη μου ζητάτε περισσότερα, δεν παριστάνω τον ειδικό-, αλλά έχει τον τρόπο του να εκτρέπεται σε έθνικ και ροκ αυτοσχεδιασμούς, είτε τραγουδάει μόνος, όπως εκείνο το βράδυ του Απριλίου, είτε παίζοντας παρέα με τον Αγγελάκα και τον Ψαρογιώργη στο ντοκιμαντέρ «Ταξιδιάρα ψυχή» της Αγγελικής Αριστομενοπούλου, είτε τζαμάροντας επί ώρες με τα μέλη γνωστού ροκ συγκροτήματος, μονάχα για την πάρτη τους και για τη χαρά της συνεύρεσης, όπως συνέβη της προάλλες σε αθηναϊκό στούντιο ηχογράφησης (δεν αποκαλύπτω περισσότερα γιατί δεν μου αρέσει να μπαίνω σε ξένα χωράφια).

Δεν επιχειρώ να φιλοτεχνήσω ένα γλυκερό πασχαλινό βιντεοκλίπ για τις ανάγκες των ημερών, σε στυλ Πέτρου Γαϊτάνου, απλώς πάω να ξεφύγω από τη μονότονη επανάληψη της επείγουσας πολιτικής ατζέντας των ημερών και να μιλήσω για την κρίση από άλλη οπτική γωνία.

Παρατηρώ, περισσότερο το διαισθάνομαι, ότι οι δύσκολοι καιροί έχουν οδηγήσει σε νέα μονοπάτια την τέχνη γύρω μας. Ναι, οι περισσότεροι καλλιτέχνες μπορεί να λιμοκτονούν, να μη βρίσκουν μεροκάματο ούτε τα σαββατοκύριακα, και όμως την ίδια ώρα μοιάζει να φουσκώνει ένα κύμα δημιουργικότητας σε όλα τα πεδία, ένα γαμώτο που θέλει να εκφραστεί και εκφράζεται με επιτυχία, σε υπόγεια, σε κλειστούς χώρους ή στο δρόμο, σε συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και σε εκδηλώσεις με αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό πρόσημο. Από συμβατικά σχήματα ή από πειραματικές ομάδες και κολεκτίβες, στη μουσική, στο θέατρο, στο σινεμά, στα κόμικς, και είναι πολύ πιθανό ότι από πίσω έρχονται κι οι άλλες τέχνες όπως η λογοτεχνία και η ζωγραφική, πιο μοναχικές αυτές και με πιο βραδύκαυστο φυτίλι λόγω του τρόπου της δημιουργίας και διανομής τους.

«Δεν έχουμε επιλογή παρά ν’ αντισταθούμε», πλέκει τη μαντινάδα του ο Γιάγκος. «Δεν έχουμε επιλογή παρά ν’ αντισταθούμε», κι έτσι ο ερωτικός πόνος μεταπίπτει σε κοινωνικό, ή τέλος πάντων συνδιαλέγεται μαζί του, υπάρχει ούτως ή άλλως στον Ερωτόκριτο και η ταξική διάσταση, καθώς και το σκληρό πρόσωπο του αυταρχισμού της εξουσίας. «Αυτός που ξέρει ν’ αγαπά και να ελπίζει ξέρει», επιβεβαιώνει τη σκέψη μου ο Χαιρέτης, «μέσα στη νύχτα πολεμά, ξημέρωμα να φέρει».

Μέσα στη νύχτα, υπογείως, εξελίσσεται αυτή η δύσκολη καινούρια περιπέτεια της τέχνης, μέσα από δαιδαλώδεις διαδρομές και παρέες και συναντήσεις παρεών, μέσα από αντιστίξεις και επάλληλους κύκλους που ολοένα απλώνονται.

Φυσικά όλ’ αυτά δεν είναι εντελώς καινούρια, θυμίζουν όσα εξελίσσονταν στις μουάτ της Πλάκας το ’72 και το ’73. Ο κόσμος σταματάει ν’ ακούει Θεοδωράκη και Μπι Μπι Σι και Ντόιτσε Βέλε στα κρυφά και βγαίνει παραέξω να ενωθεί με άλλους, να ψαχτεί. Μόνο που εκείνο το ρεύμα ήταν νομίζω πιο εντοπισμένο, γεωγραφικά και κοινωνικά, είχε και έναν εγγενή συντηρητισμό με την «επιστροφή στις ρίζες», σλόγκαν χρήσιμο στην αρχή ως αντίβαρο στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη της χούντας αλλά αργότερα τροχοπέδη: την εποχή που οι άλλοι στο εξωτερικό δούλευαν και πειραματίζονταν μέσα σε γκαράζ και σε εργαστήρια, εμείς συνεχίζαμε την ομφαλοσκόπησή μας και τις ενοριακές έριδες, και ιδού το αποτέλεσμα.

Σήμερα το ψάξιμο και η μίξη είναι πιο εκτεταμένα, κι από την άλλη η ανέχεια σπέρνει την απελπισία και την ανάγκη, που κι αυτές με τη σειρά τους ανατροφοδοτούν το καλλιτεχνικό πάθος και το επιταχύνουν καταλυτικά.

Ανιχνεύω τις ομοιότητες αλλά δεν θέλω καθόλου να υποκρύψω τις διαφορές. Υπήρχε κάποιος κονφορμισμός σ’ εκείνες τις προσπάθειες, η καταλυτική σφραγίδα του έντεχνου. Ίσως να υπήρχε κι ένα είδος ποιοτικής καλλιτεχνικής υπεροχής σε σχέση με τα σημερινά σκιρτήματα, που φαίνεται να έχουν ωστόσο μεγαλύτερη ένταση και δυναμική. Συμβαίνουν πιο βίαια τώρα τα πράγματα και πιο πειραματικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι έτσι όπως εξελίσσονται καταιγιστικά ενώπιόν μας είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς πού θα καταλήξουν και πόσο μακριά θα μας πάνε.

Υπήρξε πάντως και ο διαφορετικός δρόμος που υποδείκνυε τότε από το Κύτταρο ο Σαββόπουλος, με σκληρό ηλεκτρικό ήχο από τη μια, με Γκαϊφύλλια (Θάνατος είν’ οι κάργιες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια), Βαγγέλη Γερμανό, Σαμίου και Σπαθάρη από την άλλη, αυτή η όσμωση που ανιχνεύουμε και σήμερα, τα καινούρια σταυροδρόμια που πρέπει να μείνουν ανοιχτά για να προχωρήσει το πράγμα.

Μόνο που ήρθε μετά η μεταπολίτευση και η ευζωία, ο κονφορμισμός των κομμάτων και τα συμπαρομαρτούντα της καλλιτεχνικής βιομηχανίας και χάθηκε η ευκαιρία, ώσπου ο Σαββόπουλος κατέληξε έπειτα από μια θεαματική διαδρομή να επιλέξει το ρόλο του κήρυκα της παρακμής. Αλλά για να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν φταίνε μονάχα ο Σαββόπουλος, οι δισκογραφικές εταιρείες και τα media της εποχής. Εκείνο που θα ’θελα να μείνει ως επίγευση αυτής της αναδρομής είναι ότι το παιχνίδι κρίθηκε αλλού: στην υποχώρηση της Αριστεράς και στην αδυναμία της να ηγεμονεύσει, να δώσει ρυθμό και κατεύθυνση στο δημιουργικό κύμα.Το άρθρο του Χριστόφορου Κάσδαγλη το πήραμε από το thepressproject

Το ρεπερτόριο του Γιάγκου Χαιρέτη συνεισφέρει και επ’ αυτού τη δική του αλήθεια:

«Μα πριν ακόμα το σκεφτείς
την πέτρα να πετάξεις,
τον μπάτσο που ’χεις μέσα σου
βάλε φωτιά να κάψεις».

Σας εύχομαι καλό Πάσχα!