Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Ο καινούριος δίσκος, οι σύγχρονοι Φρανκεστάϊν κι ένα γεροντοπαλίκαρο


Ιστορίες παλιακές, εικόνες υπερρεαλιστικές, λόγος εσωτερικός κι αρχέγονος, έντονη πνευματικότητα και τοποθέτηση αντιεξουσιαστική. Μελωδίες χειροποίητες που αγαπούν την παράδοση, τη ροκ αλλά και τη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική. Και τζαζ και χιτζάζ. Έτσι περιγράφω με λίγα λόγια τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τον σημαντικότερο – κατά τη γνώμη μου – έλληνα τραγουδοποιό και δημιουργό την τελευταία εικοσαετία. Δεν ξέρω αν η άποψή μου είναι αντικειμενική, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν πίστεψα στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία, στην αντικειμενική ιστορία, στην ακομμάτιστη πολιτικοποίηση και λοιπές, δήθεν, αδέσμευτες και ανεπηρέαστες τοποθετήσεις. Σπουδαία τέχνη της μουσικής, όπως λέει ο Θανάσης, «σημαίνει να ακούσω κάτι και μετά να μη φοβάμαι τίποτα, να μπορώ να χορέψω το χορό του Ζαλόγγου». Κι αυτό μού συμβαίνει με τα τραγούδια του.

Θανάση, τι κάνεις τώρα καλλιτεχνικά;

Ηχογραφώ τα τραγούδια ενός νέου δίσκου.

Πριν σε ρωτήσω γι’ αυτά, αναρωτιέμαι τι γίνεται με τη διάθεση του έργου σου, μετά το κλείσιμο της δισκογραφικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόσουν;

Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Ευτυχώς, έχω κάνει μια συμφωνία για να κυκλοφορήσω τους δίσκους μόνος μου και θα γίνει αυτό, αφού πρώτα βγει η καινούργια δουλειά.

Στα νέα τραγούδια σου σε έχει επηρεάσει, σε έχει εμπνεύσει η κοινωνικοπολιτική κατάσταση;

Έχω πει ότι, το τι θα σταθεί αφορμή για την έμπνευση, είναι για μένα τελείως χαοτικό και απροσδόκητο. Εσωτερικά και εξωτερικά τοπία, παρατηρήσεις, βιώματα και ενοράσεις , ενταφιάζονται στη μνήμη και κάποια από αυτά, σαν Λάζαροι, ανασταίνονται εν καιρώ και ζητάνε δικαίωση. Γενικά δεν είμαι χρονικογράφος, δεν μου είναι εύκολο να περιγράφω το τώρα. Εξάλλου, πιστεύω ότι ο εμπνευσμένος δημιουργός, συνήθως προηγείται της εποχής του. Είναι παπαγάλος που επαναλαμβάνει συνεχώς αυτό που δεν έχει ειπωθεί ακόμα.

Στον καινούργιο δίσκο, τα περισσότερα λόγια έχουν ξεπηδήσει-όπως γίνεται συχνά με μένα-μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη του υπερρεαλισμού. Ένα μόνο τραγούδι στην ουσία άπτεται άμεσα της κατάστασης που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Ονομάζεται «Ο Χομαγιούν και ο Βακάρ», και σε όσους δεν λένε τίποτα αυτά τα ονόματα, ας ανατρέξουν στο διαδίκτυο.

Για να μη σε κακοκαρδίσω πάντως, επειδή βλέπω στην ερώτησή σου μια προσδοκία-που την έχει πολύς κόσμος- να εκφραστεί μέσω της τέχνης το σκληρό σήμερα, θα σου παραθέσω ευθύς αμέσως ένα μέρος από ένα τραγούδι που δεν ταίριαζε να μπει στο νέο δίσκο. Έτσι, θα μείνει γεροντοπαλίκαρο, περιφερόμενο από συναυλία σε συναυλία. Τα λόγια είναι «πεζά», μα, που και που, μ’ αρέσει η πεζοπορία:

«Εδώ και χρόνια ρε παιδιά χαίρομαι πραγματικά που είμαστε ευρωπαίοι. / Η σχέση είναι διαρκής, το εύρος βάλαμε εμείς κι αυτοί βάλαν τα πέη. / Σαν κουτάβια νηστικά την κατάπιαμε εύκολα τη φόλα της φενάκης. / Τ’ άντερό μας λίγδωσε, χέσαμε και φύτρωσε ο Μαντέλης και ο Άκης. Φτάνει πια! 

Φαύλοι στρατιωτικοί, γραμματείς και υπουργοί κι εμπόροι του θανάτου / ταχυδακτυλουργικά μεταφέραν τα λεφτά στη χώρα του αοράτου. / Τάχα μου η απειλή, μη μας πάρουν δηλαδή την υφαλοκρηπίδα/τα στουπώνανε παντού. ψάχτε τους, καλού –κακού, και στην κωλοτρυπίδα. Φτάνει πια!

Κι η ρουφιάνα η τηλεό έχει βγάλει στον αφρό, ανόητους και γλύφτες. / Τους αρέσει ο Πάριουμ, μπαίνουν σε σολάριουμ και βγαίνουν τηγανίτες. / Κι αν δεν καταγγείλλεις ρε, τη βία απ’ όπου κι αν προέ, σε βγάζουν τρομοκράτη. / Και γελάνε τα βουνά, που ‘ζησαν την κλεφτουριά και τον Καραϊσκάκη. Φτάνει πια!»


Τι σκέφτεσαι και πως αισθάνεσαι για ό,τι βλέπεις να συμβαίνει στον κόσμο;

Νοιώθω αποστροφή για όλους αυτούς τους μισάνθρωπους ,που όχι μόνο δεν δίνουν δεκάρα για το λαό αλλά τον οδηγούν, εξαπατώντας τον με τη βοήθεια των καθεστωτικών μαζικών μέσων αποβλάκωσης, στην καταστροφή. Και αγωνιώ για το αν θα το καταλάβει ποτέ αυτός ο λαός. Οι σύγχρονοι Φρανκεστάϊν ( τα άπληστα χρηματοπιστωτικά κουνάβια) έχουν φτιάξει, ειδικά για την Ελλάδα, ένα τέρας –σκιάχτρο με το ελαφρώς περίπλοκο όνομα «Σαμαροβενιζελοχρυσαβγοδενδιοκεδίκογλου». Του πρέπει μια κλωτσιά στον πισινό.

Η νοσταλγία, με διάφορους τρόπους, είναι ιερή στα τραγούδια σου, σαν μυστήριο ή τελετή. Είναι αναμφισβήτητα Αγία. Τι νομίζεις πως νοσταλγούμε; Μόνο αυτά που ζήσαμε ή είναι κάτι πέρα από αυτό; Πού, άραγε, θέλουμε να επιστρέφουμε;

Η νοσταλγία είναι αφόρητη κατάσταση. Είναι ο απόηχος γεγονότων που δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε ή που δεν πρόκειται να ζήσουμε. Είναι μια κλίμακα καταβύθισης στη λαχτάρα. Πολλά σκαλοπάτια και κάποια πλατύσκαλα. Ένα από αυτά, το πιο άβολο, η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας. Οι περισσότεροι σταματάνε εκεί. Κάποιοι συνεχίζουν και πιο κάτω. Τους κατατρέχει η νοσταλγία της αρχής.

Φιλάς την εικόνα της Αγίας Νοσταλγίας, «απειλείς» με τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες, αναρωτιέσαι ποιος θα σε θυμάται και ζητάς ανάξιος αν είσαι, να σου δοθούν της λήθης τα ελέη. Μνήμη και λήθη. Σύγκρουση ή αλληλοσυμπλήρωση;

Σύγκρουση. Ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη είναι ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία.

Ένας δημιουργός αναμετριέται κυρίως με τον χρόνο, με τον θάνατο ή με τη λήθη;

Και με τα τρία, μια και είναι οι τρείς(;) όψεις του ίδιου νομίσματος .

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος, η Αλεξάντρα σαλαμάντρα, ο βαρκάρης του Αχέροντα, ο γεροπλάτανος στην κοιλάδα των Τεμπών, τα μολύβια των μαραγκών, τα μέτωπα των αγροτών, το νερό στη Βάλια Κάλντα, η Ανδρομέδα, ο μάντης Τειρεσίας, ο Διάφανος, ο Σαμάνος, το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν. Πως γίνεται ενώ δεν λαμβάνεις υπόψη την αστική πραγματικότητα να συγκινείς τόσο τα παιδιά της πόλης; Πως εξεγείρονται με τα τραγούδια ενός παλαιάς κοπής δημιουργού, πως βάζουν τον εαυτό τους μέσα σε τραγούδια που έρχονται από αλλού κι όχι από εδώ; Εσύ που τους παρατηρείς τι νομίζεις;

Νομίζω ότι αυτά συμβαίνουν επειδή σκαλίζω στα όρια υποσυνείδητου και συνείδησης, όπου δεν μετράει ο τόπος και ο χρόνος.

Αποσπερίτης, Άστρο του Πρωινού, Ήμερος Ύπνος, Αγρύπνια, Στις Χαραυγιές ξεχνιέμαι, Όταν χαράζει. Προτιμάς τη μέρα ή τη νύχτα, ποιο παιδεύει πιο πολύ;

Και τα δύο βοηθάνε στην παρατήρηση. Το φως στην παρατήρηση του εξωτερικού κόσμου και το σκοτάδι στην παρατήρηση του εσωτερικού.

Τι κάνει τον άνθρωπο μικρό που τον πατάν στ” αλήθεια τα πόδια του τα ίδια;

Νομίζω πολλά. Ο φόβος, η ιδιοτέλεια… Πρόσθεσε και συ.

Η προκατάληψη, η αλαζονεία, η στενομυαλιά, η στενοκαρδία;

Συμφωνώ.

Κι αν σαν σε όνειρο άνοιγες της κερκόπορτας το σύρτη τι θα θελες, τώρα, να δουν τα μάτια σου;

Πως άρχισαν τα πράγματα.

Αυτό είναι το σαράκι που σε τρώει;

Αυτό. Πως άρχισαν τα πράγματα.

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που θες να κάνεις, που ονειρεύεσαι καλλιτεχνικά;
Όχι Μαριάνθη. Όσα πάνε κι όσα έρθουν.

Για πού πάει η βάρκα μας η κουρελού; Έχεις ιδέα;

Εύχομαι να μάθω μέχρι να πεθάνω.

Τη συνέντευξη του Θανάση Παπακωνσταντίνου στην Μαριάνθη Πελεβάνη την πήραμε από toperiodiko