Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: «Τη φάγαμε χωρίς να μιλήσουμε»


Συνέντευξη: Μαρία Μανωλέλη

Την περίοδο αυτή ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου βρίσκεται με τους μουσικούς του σε πρόβες και ηχογραφήσεις για τη νέα του δουλειά και για τις συναυλίες του καλοκαιριού. Σε ένα διάλειμμά του βρεθήκαμε στον Κεραμεικό και μιλήσαμε για τους στίχους του, την έμπνευση που κρύβεται στα πιο ασήμαντα πράγματα και για το μεταφυσικό που τελικά είναι «φυσικό». Σε καλλιτέχνες όπως ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου νιώθω πως δε θα μπορούσα όσο και να προσπαθούσα να κάνω μια συνέντευξη με διαδοχική ερώτηση-απάντηση, αλλά μία συζήτηση της οποίας η μαγεία εύχομαι να μπορεί να αποδοθεί με αποσπάσματα και η γλυκύτητά του να αποτυπωθεί με λέξεις.

Το μεταφυσικό δείχνει να σε έλκει πολύ και οι στίχοι σου να προσπαθούν σχεδόν πάντα να το προσεγγίσουν. Έτσι είναι; Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει μεταφυσικό, όλα είναι πραγματικότητα, απλά αυτό που θεωρούμε εμείς μεταφυσικό είναι το κομμάτι της πραγματικότητας που δεν αντιλαμβανόμαστε λόγω των περιορισμών των αισθητηρίων οργάνων μας. Για εμένα δεν θα έπρεπε να υπάρχει η λέξη μεταφυσικό. Όλα είναι φυσικά. Δεν με έλκει λοιπόν το «μεταφυσικό» αλλά το άγνωστο, το ανείπωτο, το μυστήριο, το ξεχασμένο, το αγέννητο.

Άρα πιστεύεις πως υπάρχουν και άνθρωποι με μεγαλύτερη ευαισθησία στις «κεραίες» που αντιλαμβάνονται και άλλα πράγματα πέρα από αυτά που γίνονται αντιληπτά από όλους; Βεβαίως. Ξεκινώντας από την αντίληψη, μέσω της οποίας μπορούμε –ανασυνθέτοντας τις πληροφορίες των αισθήσεων– να επεκτείνουμε κάπως το πεδίο της πραγματικότητας που αντιλαμβανόμαστε, πρέπει να δεχτούμε ότι δεν έχουμε όλοι την ίδια αντιληπτική ικανότητα. Ακόμα, στην ανθρώπινη κατάσταση υπάρχουν και άλλοι, συμπληρωματικοί μηχανισμοί για να βιώνει κανείς τη ζωή, όπως η ενόραση ή η διαίσθηση, ας πούμε. Και όπως π.χ. σε μένα δόθηκαν –γονιδιακά– τα στραβά πόδια, σε κάποιους άλλους δόθηκε μεγαλύτερη ευαισθησία στη λειτουργία των συμπληρωματικών αυτών μηχανισμών. Έχω μάλιστα παρατηρήσει κάνοντας, ατύπως, μια στατιστική δική μου, πως η ευαισθησία αυτή ίσως έχει να κάνει με την ομάδα αίματος. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι συνάνθρωποι που δηλώνουν ότι κατέχουν τις σχετικές ικανότητες, έχουν ομάδα μηδέν ρέζους αρνητικό. Πιστεύω δε ότι, πέρα από τη γονιδιακή σφραγίδα, μπορεί και με διάφορες τεχνικές ή και στάσεις ζωής, όπως η γιόγκα, ο ασκητισμός, να ανεβάσει κανείς τα επίπεδα αυτής της ευαισθησίας. Το να μπορείς να αντιλαμβάνεσαι κάτι έξω από αυτό που ορίσαμε πριν ως πραγματικό, εγώ το θεωρώ δώρο στη ζωή. Ένα βασικό πράγμα που έχει να κάνει η τέχνη είναι να αναδείξει τα μυστήρια αυτά, όχι να τα εξηγήσει –αυτό ίσως μπορεί να το κάνει η επιστήμη–, να τα κάνει πιο ξεκάθαρα ώστε να γίνουν έντονο βίωμα.

Γι’ αυτό γράφεις τραγούδια που θυμίζουν παραλογές της δημοτικής παράδοσης και καταπιάνονται με το μυστήριο του θανάτου και της ζωής; Έχω μερικά που σαφώς είμαι επηρεασμένος από τη δημοτική παράδοση, αλλά κυρίως οι στίχοι που γράφω είναι σαν τα όνειρα. Είναι αποσπάσματα από πράγματα που υπάρχουν και δεν υπάρχουν. Ο βασικός κορμός των τραγουδιών μου είναι τα υπερ-ρεαλιστικά που προέρχονται σχεδόν από αυτόματη γραφή, μου έρχονται διάφορες εικόνες που αρχικά ίσως και να μην ταιριάζουν μεταξύ τους και βγάζουν ένα αποτέλεσμα που μπορεί να μην το καταλαβαίνω κι εγώ ο ίδιος πολλές φορές. Όμως, τελικά, πάντα υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος, που συνδέει τα, σε πρώτη ανάγνωση, ασύνδετα. Τώρα, όσο για την περιστροφή γύρω από το θάνατο, που πράγματι είναι μια εμμονή μου, νομίζω ότι το κάνω για να προετοιμάσω τον εαυτό μου γι’ αυτή την αδιανόητη στιγμή.

Ο περιγραφικός τρόπος που προσεγγίζεται ο θάνατος και οι αναφορές στον κάτω κόσμο μπορούν να φρικάρουν το σύγχρονο άνθρωπο που ζει σε μία μεγαλούπολη; Ναι, βέβαια. Σε αυτό φταίει η τηλεόραση βασικά, που μας έχει κάνει απαθείς και κατατονικούς παρατηρητές στον πόνο των άλλων. Έχει καταντήσει ο πόνος και ο θάνατος –των άλλων πάντα– θέαμα. Είναι κάτι που συμβαίνει αλλού. Κι έτσι, όταν έρχεται στην αυλή μας, είμαστε απροετοίμαστοι. Όσο πιο σκληροί γινόμαστε με τον πόνο των άλλων, τόσο πιο χέστηδες γινόμαστε με τον δικό μας. Στις μεγαλουπόλεις, κυρίως, ο θάνατος είναι κάτι που πρέπει να κρύβεται και ό,τι σχετικό με αυτόν έχει περάσει πακέτο στα χέρια εργολάβων κηδειών. Αυτό νομίζω συμβαίνει γιατί οι κάτοικοι των πόλεων ζουν σε ένα τεχνητό περιβάλλον, έχοντας χάσει κάθε ίχνος εξοικείωσης με την απώλεια. Ακόμα, επειδή αρκετοί δυσανασχετούν με τη ζωή τους είναι επακόλουθο να δυσανασχετούν και με το θάνατο, την άλλη πλευρά του νομίσματος. Οι άνθρωποι της υπαίθρου αυτό μπορούν να το διαχειριστούν καλύτερα γιατί βλέπουν τη φύση να πεθαίνει και να ανασταίνεται κάθε χρόνο με τις εποχές, ειδικά όσοι ασχολούνται με αγροτικές εργασίες. Υπάρχουν δε μέχρι και ωραίες ή αστείες εκφράσεις που μιλούν για το νεκρό. Στην Κοζάνη, για παράδειγμα, έχουν τη φοβερή φράση «ο τάδε, τς καμάρωσε τς μασκαρέτες» για κάποιον που πέθανε, περιγράφοντας την εικόνα του νεκρού στο φέρετρο, που είναι σαν να καμαρώνει τα αχρησιμοποίητα, καινούργια παπούτσια –τις μασκαρέτες– που του φοράνε για την κηδεία.

Και οι αστερισμοί που συχνά πάλι συναντάμε στα τραγούδια σου; Μιλώντας για το σύμπαν και τα άστρα γίνεται η ασημαντότητά μας ακόμα πιο φανερή; Ακριβώς αυτό. Έχω την εντύπωση πως οι σύγχρονοι σοφοί είναι οι αστροφυσικοί που έχουν συνεχώς μπροστά τους και αντιλαμβάνονται αυτή την ασημαντότητα. Πέραν της απεραντοσύνης του σύμπαντος, όμως, με θέλγει και το άγνωστο. Οι υπαρξιακές μου αγωνίες περιδινούνται μαζί με τα νέφη. Θα ήθελα όσο τίποτε άλλο να μάθω την αρχή των πραγμάτων.

Οι σημαντικοί-ασήμαντοι ήρωες όμως έχουν επίσης μεγάλη θέση στα τραγούδια σου. Από ένα κομμωτριάκι μέχρι τον Φορτίνο Σαμάνο λίγο πριν εκτελεστεί ή ο φωτογράφος των Τρικάλων και ο ληστής Γκαντάρας που έχουν απασχολήσει το στίχο σου. Εστιάζεις σε ένα περιστατικό ή και σε ασήμαντες λεπτομέρειες και βρίσκεις την ουσία ή γοητεύεσαι από κάτι που το μέσο μάτι συνήθως προσπερνάει; Στο να κάνεις τέχνη ένα βασικό πράγμα είναι η παρατηρητικότητα και ειδικά όταν παρατηρείς και αναδεικνύεις το ασήμαντο. Αυτό από μόνο του είναι στα όρια της τέχνης. Δεν είναι μόνο οι μεγάλες στιγμές και έννοιες που μπορούν να γίνουν τέχνη. Έχω γράψει για το μολύβι που έχουν οι μαραγκοί στο αυτί ή για τα ακούραστα τραπέζια. Για το τελευταίο τσιγάρο του Φορτίνο Σαμάνο και για το βλέμμα που έχει ένα κομμωτριάκι που ενώ δουλεύει το μυαλό της έχει ταξιδέψει έξω από το κομμωτήριο και την πελάτισσα που εξυπηρετεί.

Ο τρόπος που θα βγει το νέο σου CD, από δική σου παραγωγή χωρίς ξένη εταιρεία, είναι μια μέθοδος αυτό-οργάνωσης; Μπορώ να πω ότι οδηγήθηκα σε αυτό τον τρόπο. Δεν σηκώθηκα ένα πρωί, για να είμαι ειλικρινής, λέγοντας: «Τέρμα οι μεσάζοντες και παίρνω τα πράγματα στα χέρια μου». Επειδή οι παραγωγές μου ήταν ακριβές, δεν είχα την οικονομική δυνατότητα εκδώσω τους δίσκους μόνος μου. Οδηγήθηκα εκεί όταν η εταιρεία στην οποία ήμουν έκλεισε και οι δίσκοι μου δεν κυκλοφορούσαν πια. Αποφάσισα να πάρω το ζήτημα στα χέρια μου και κάνω προσπάθεια σε όλα τα επίπεδα. Έχω ήδη ένα μικρό στούντιο και ετοιμάζω ένα μεγαλύτερο. Επίσης ετοιμάζω ιστοσελίδα απ’ όπου θα διαθέτω τους δίσκους αλλά και εισιτήρια των συναυλιών μου. Βέβαια, με τη μεγάλη κρίση που διέρχεται η δισκογραφία, θα αναγκαστώ να καταφύγω σε, κάποιου είδους, αυτολογοκρισία, όχι στο τι θα πω αλλά στο ζήτημα της παραγωγής. Αν, για παράδειγμα, ήθελα μια ορχήστρα εγχόρδων και πνευστών θα το ξανασκεφτώ.

Το κοινό σου συμπεριλαμβάνει αυτούς που σε άκουγαν από το ξεκίνημά σου, αλλά έχει απολύτως ενσωματωθεί ένα πολύ μεγάλο κομμάτι νεολαίας οι οποίοι σε ακούν και σε παρακολουθούν πιστά και συνειδητά. Το φαινόμενο του καλλιτέχνη που μεγαλώνει και μαζί του μεγαλώνει ηλικιακά και το κοινό του είναι κάτι που δεν ισχύει για σένα. «…κι οι νέοι άλλο πράγμα και όποιος τους θέλει αντάμα, πληρώνει ακριβά…» λέει ένας στίχος του Σαββόπουλου. Πώς το έχεις καταφέρει αυτό; Δεν κάνω απολύτως τίποτα με σκοπό να γίνει αυτό. Είμαι ο εαυτός μου και κάνω αυτό που κάνω με όσο περισσότερη αγνότητα μπορώ. Ένα στοιχείο είναι ότι κάποιοι νέοι είχαν τα ακούσματα από το σπίτι τους εν υπνώσει και κάποια στιγμή ο σπόρος φύτρωσε. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι κάποια νέα παιδιά έχουν την ευαισθησία και την καλλιέργεια να καταλαβαίνουν ποιος είναι δήθεν και ποιος όχι. Μπορεί όμως να είναι και κάπως σαν μόδα, στα πανεπιστήμια για παράδειγμα. Έχω μάθει για παιδιά που άκουγαν εντελώς διαφορετική μουσική και όταν μπήκαν στο πανεπιστήμιο με τις νέες παρέες που έκαναν γνώρισαν και άλλα είδη μουσικής και μαζί και τα δικά μου τραγούδια. Δεν είναι κακό αυτό, ίσα-ίσα, αρκεί να είναι βιωματική επιλογή και όχι προσπάθεια για να τους αποδεχτεί η παρέα.

Να φύγουμε λίγο από τη μουσική και να σε ρωτήσω τη γνώμη σου για το αν η άνοδος του φασισμού και τα ποσοστά που είδαμε στις τελευταίες εκλογές οφείλονται στο ότι ζουν ανάμεσά μας πολλοί φασίστες ή στο ότι πολλοί ανεύθυνοι θα στήριζαν οτιδήποτε με επιφανειακά και επιπόλαια κριτήρια χωρίς γνώση και μνήμη; Και τα δύο ισχύουν κατά τη γνώμη μου. Θυμάμαι να υπάρχει ένα υπόγειο ποτάμι ακροδεξιάς στην Ελλάδα από πάντα. Το ποτάμι με τους φιλοχουντικούς, τους βασιλικούς, που τα χρόνια μετά τη χούντα είχαν ενσωματωθεί κυρίως στο κόμμα που, κατ’ ευφημισμό, αυτοαποκαλείται «Νέα Δημοκρατία». Αυτοί υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν, απλά τώρα δεν ντρέπονται να δείξουν την υποτυπώδη ιδεολογία τους. Μου κάνει αλγεινή εντύπωση να βλέπω νέα παιδιά, που, επειδή οι οικογένειες τους ήταν συντηρητικές, συνεχίζουν να ανήκουν εκεί και αυτοί λόγω παράδοσης, έτσι τυφλά, χωρίς να ανοίξουν τα δικά τους φτερά της σκέψης. Υπάρχει βέβαια και το δεύτερο σκέλος, των ανίδεων, που δεν αντιλαμβάνονται τι θα πει ναζισμός. Θα το καταλάβουν μόνο όταν έρθει ή ώρα, που εύχομαι να μην έρθει. Ο εύκολος δρόμος δεν είναι κάποιος να σκεφτεί σε βάθος και να ψαχτεί, αλλά να καλυφθεί πίσω από τον τσαμπουκά και τη δύναμη του όχλου. Θεωρώ ότι κάποιοι από αυτούς τους νέους, έστω λίγοι, μπορεί να αντιληφθούν την προπαγάνδα που πέφτει και να καταλάβουν. Οι ηλικιωμένοι, τώρα, που έζησαν κατοχή και στηρίζουν το ναζισμό, είναι κάτι που δεν μπορώ να το χωνέψω. Στο φόβο μάλλον βρίσκεται η εξήγηση.

Αυτή την περίοδο ηχογραφείς τη νέα σου δουλειά. Είναι πειραματισμός; Είναι κάτι κοντά στα παλιά που ξέρουμε και αγαπάμε; Το νέο στοιχείο σε αυτή τη δουλειά είναι η χρήση του πιάνου και γενικότερα των πλήκτρων, κάτι που αραιά και πού συναντάμε στους προηγούμενους δίσκους. Δεν μπορώ να είμαι πιο διαφωτιστικός γιατί, σ’ αυτή τη φάση είμαι λίγο σαν το χειρουργό που βλέπει το ανθρώπινο σώμα ουδέτερα. Τώρα βλέπω τα κομμάτια μου κάπως τεχνικά και όχι τόσο την ουσία της μουσικής. Ως προς τους στίχους, που είναι τα πράγματα πιο ξεκάθαρα, μπορώ να πω ότι είμαι σε καλό επίπεδο. Ως προς το υπόλοιπο θα δείξει… Δεν είναι λαϊκότροπος δίσκος, πάντως.

Για τις δυσκολίες που ζούμε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα τι λες; Πώς βιώνεις και πώς εξηγείς αυτή την κατάσταση; Αυτό που με έχει στεναχωρήσει πάρα πολύ είναι ότι οι αγώνες που γίνονταν επί χρόνια και χρόνια, κατακτήσεις στον εργασιακό τομέα για τις οποίες έχουν πέσει κορμιά, χάθηκαν μέσα σε μια διετία και μάλιστα χωρίς να ανοίξει μύτη. Αυτό για μένα είναι πολύ θλιβερό και έχω την εντύπωση πως έχουμε γίνει μαλθακοί και ζαρώσαμε από το φόβο και την ιδιώτευση. Ο φόβος και η τεμπελιά είναι το χειρότερο δίδυμο. Τη φάγαμε χωρίς να μιλήσουμε. Υπάρχουν μορφές αντίστασης ακόμα, αλλά όχι με την ένταση παλαιότερων εποχών. Το έχω γράψει και στις «Μαγγανείες»: «Κάτω από φύλλα κίτρινα κοιμούνται καπετάνιοι/ Κι αυτό που χτες περίσσευε, αύριο δεν θα φτάνει».

Η συνέντευξη-συζήτηση δεν τελείωσε εδώ. Εδώ τελείωσε το κομμάτι που μπορώ να μοιραστώ και να δημοσιευτεί. Μιλώντας με ένα δημιουργό που πιθανά μέσα από τη δουλειά του σε έχει καθορίσει ως άνθρωπο σε ηλικίες πιο τρυφερές και ακατέργαστες, μπορείς μόνο να αφουγκραστείς την πηγή της μουσικής και των στίχων που εκπροσωπούν ένα κοινό που τον αγαπάει για όλα αυτά που πρεσβεύει πέραν της μουσικής. Ο ίδιος βέβαια πάνω σε αυτό το μόνο που είπε είναι: «Δεν ξέρω τι να πω, ρε παιδιά, εγώ τραγουδάκια γράφω…».