Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Ακμή και παρακμή της Γ' Ελληνικής Δημοκρατίας


Από την υπόγεια αντιπαράθεση Παπούλια- Μεγάρου Μαξίμου μέχρι τα διάφορα σχετικά αφιερώματα στον τύπο, η 40η επέτειος από την πτώση της χούντας αποτέλεσε μια ακόμη αφορμή για αρκετή "μεταπολιτευσιολογία". Όπως όμως συμβαίνει συχνά τα τελευταία χρόνια, η συζήτηση για την μεταπολίτευση απομακρύνθηκε από τον στόχο της: είτε τα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών ειδώθηκαν μέσα από το διαθλαστικό πρίσμα της σημερινής κρίσης ή κρίσιμα περιστατικά που καθόρισαν την πορεία της τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας υποβαθμίστηκαν και αποσιωπήθηκαν εντελώς.

Και όμως! Αν υπάρχουν στροφές στην ιστορία μιας χώρας που την σφραγίζουν για δεκαετίες,τότε η αποκατάσταση της δημοκρατίας τον Ιούλιο του 1974 είναι μια από αυτές. Αυτό που οι χρυσαυγίτες νοσταλγοί της χούντας καμώνονται ότι ξεχνάνε είναι το ιστορικό φόντο εκείνης της αλλαγής: η προδοσία της Κύπρου, η τουρκική εισβολή που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη και η επιστράτευση-μεγαλοπρεπές φιάσκο που οι δικτάτορες είχαν επιχειρήσει πριν παραδώσουν την εξουσία. Οι τουρκοφάγοι υπερπατριώτες είχαν φέρει την χώρα, για μια ακόμη φορά μετά το 1922, σε κατάσταση που όχι την Κύπρο, αλλά ούτε τον εαυτό της δεν μπορούσε στοιχειωδώς να προστατέψει.

Μόλις σε μισό αιώνα..

1. Μετά την μικρασιατική καταστροφή, την γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο, η ανοιχτή πληγή του κυπριακού ήταν η τέταρτη μεγάλη τραγωδία που μια μικρή χώρα καλείτο να αντιμετωπίσει, μόλις μέσα σε μισό αιώνα. Καθόρισε και περιόρισε την εξωτερική της πολιτική για το επόμενα χρόνια και επηρέασε τα πάντα, από την κουλτούρα μέχρι τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς που αφαίμαξαν την οικονομία και γιγάντωσαν την διαφθορά. Μόνο για το κλίμα της εποχής αλλά και το σημείο της ανημποριάς στο οποίο είχαν καταντήσει την χώρα, ας σημειωθεί μία από τις ιδέες που κυκλοφορούσαν εκείνες τις ημέρες προκειμένου να αναχαιτιστεί η τουρκική εισβολή: να εκδράμουν με ένα καράβι στις εμπόλεμες περιοχές της Κύπρου ο Καραμανλής με την υπόλοιπη πολιτική ηγεσία της χώρας!

Από αυτήν την άποψη, τα όσα επιτεύχθηκαν στην διάρκεια των πρώτων χρόνων της περιβόητης μεταπολίτευσης αξίζουν ιστορικού επαίνου : αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και κατάργηση της μοναρχίας, νομιμοποίηση των -δύο τότε- Κομουνιστικών κομμάτων, παραδειγματική τιμωρία των Απριλιανών πραξικοπηματιών (πολύ λιγότερο των συνεργατών τους στον κρατικό μηχανισμό και των βασανιστών, καθόλου των υπευθύνων για την κυπριακή προδοσία) αποκατάσταση της διεθνούς θέσης της χώρας(ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είχε αποκλειστεί ακόμη και από το Συμβούλιο της Ευρώπης), είσοδος στην ΕΟΚ.

Μετά από επιμονή και προσωπική εμπλοκή του ίδιου, αυτή η τελευταία ενέργεια αποτελεί και την κορυφαία πράξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ήταν μια περίοδος κατά την οποία το σύνθημα "ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο", ένα ακόμη προπαγανδιστικό εφεύρημα του Ανδρέα. Παπανδρέου, εξέφραζε την υπερπολιτικοποιημένη λαϊκή πλειοψηφία. Χρειαζόταν πολιτικό θάρρος και πυγμή για να πάει τότε ο Καραμανλής κόντρα στο ρεύμα και από αυτήν την άποψη φαντάζουν αστείες οι δικαιολογίες των επόμενων πρωθυπουργών για τις υποχωρήσεις που έκαναν επειδή υπήρχαν αντιδράσεις, για το ασφαλιστικό παραδείγματος χάριν ή για κάποια πολύ μικρότερης σημασίας προβλήματα, που θα έπρεπε να είχαν λύσει, αντί να κρύψουν κάτω από το χαλί.

Η αρνητική πλευρά του Κωνσταντίνου Καραμανλή

2. Όμως ο κ. Καραμανλής δεν σφράγισε την μεταπολίτευση μόνο με θετικό τρόπο. Η επιστροφή του από το Παρίσι, συνοδεύθηκε από την παράλληλη επαναφορά όλου του παλιού προσωπικού της προδικτατορικής ΕΡΕ. Αυτό με την σειρά του συνέβαλλε στην διατήρηση της φαυλότητας σε μια δημόσια διοίκηση που χρειαζόταν ριζικές μεταρρυθμίσεις και στην επικράτηση όλων σχεδόν των παλαιοκομματικών πρακτικών που είχαν ροκανίσει την αδύναμη δημοκρατία της δεκαετίας του 60.

Αντί δηλαδή η σχετικά σύντομη διάρκεια της δικτατορίας να αποτελέσει πλεονέκτημα, όπως θα έπρεπε, μας ξαναγύρισε στην δεκαετία του 60: η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ διέφεραν ασφαλώς από τα εντελώς προσωποπαγή, προχουντικά σχήματα της ΕΡΕ και της Ένωσης Κέντρου, γρήγορα όμως εκφυλίστηκαν σε αρχηγικά κόμματα που στηρίχτηκαν στις πελατειακές σχέσεις για την κατάκτηση και την διατήρηση της πολιτικής εξουσίας.

Αντίθετα με την Πορτογαλία ή την Ισπανία που απαλλάχθηκαν την ίδια περίοδο από τις τυραννίες, στην Ελλάδα ήταν το παλιό προσωπικό που ξαναήρθε στα πράγματα, σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Έτσι την δεκαετία του 80, δέκα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, οι Α. Παπανδρέου- Κ. Μητσοτάκης έλυναν τις διαφορές που είχαν από το 63-65, για να μην μιλήσει κανείς για τον πρόεδρο της ΝΔ "φωτιά και τσεκούρι" Αβέρωφ, που στην έξαλλη προεκλογική του εκστρατεία του 1984 έξυνε τις πληγές του εμφυλίου που είχε τελειώσει το 1949!. Και στα κόμματα της αριστεράς,οι γενιές του εμφυλίου ήταν που κυριάρχησαν.

Η γεροντοκρατία και η γενιά του Πολυτεχνείου

Πριν από την οικογενειοκρατία, ήταν η γεροντοκρατία που βασίλευε. Το 1989-90 ο πρωθυπουργός Ξ. Ζολώτας ήταν 85 ετών και η τριανδρία με την οποία συναποφάσιζε την τύχη της χώρας(Μητσοτάκης-Φλωράκης- Παπανδρέου) ήταν πάνω από 70!. Παρά τις αντίθετες δοξασίες που η κυρίως η ακροδεξιά διακινεί τα τελευταία χρόνια για ευνόητους λόγους, η "γενιά του Πολυτεχνείου" δεν κυβέρνησε ποτέ, όσο τουλάχιστον διατηρούσε τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος ιδεών και ενός κινήματος που οραματιζόταν ριζοσπαστικές τομές στην γκρίζα μετεμφυλιακή Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του 70.

Η σχεδόν ολική επαναφορά της προδικτατορικής, συντηρητικής δεξιάς στις κυβερνήσεις 1974-81 είχε και μια ακόμη συνέπεια: προσέφερε στο ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του μια μοναδική ιστορική ευκαιρία. Από τα ΚΑΠΗ και το Εθνικό Σύστημα Υγείας μέχρι την κατάργηση της μοιχείας ή την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης και τις συντάξεις για τους αντιστασιακούς τους οποίους απέσπασε εκλογικά από την Αριστερά, ο Ανδρέας Παπανδρέου ευφυώς παρουσίασε τα μέτρα αστικού εκσυγχρονισμού και διόρθωσης των μεγάλων κοινωνικών αδικιών που προώθησε όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση, ως βήματα προς τον ομιχλώδη σοσιαλισμό που είχε αφειδώς υποσχεθεί στους "μη προνομιούχους".

Το 1981 η άνοδος στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ πρέπει να θεωρείται η κορυφαία στιγμή της "μεταπολίτευσης", καλύτερα η ώριμη στιγμή της Γ Ελληνικής Δημοκρατίας. Για μια χώρα με ένα παρελθόν γεμάτο πολιτική ανωμαλία και κάθε λογής πραξικοπήματα, κοινοβουλευτικά και στρατιωτικά, η ομαλή εναλλαγή στην εξουσία ήταν χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Ευνοήθηκε από ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, που είχε εν τω μεταξύ μεταπηδήσει στην Προεδρία της δημοκρατίας και ο οποίος με αυτόν τον τρόπο, ολοκλήρωσε την θετική ιστορική του προσφορά, στην ύστερη περίοδο της πολιτικής του ζωής.

1985: το τέλος της μεταπολίτευσης

Τα τελευταία χρόνια, όταν ήρθε στην επιφάνεια η υπερχρέωση της χώρας, η δημοφιλία του ΠΑΣΟΚ και του ιδρυτή του αποδίδεται από πολλούς στο γεγονός ότι οι τότε κυβερνήσεις δανείστηκαν απερίσκεπτα για να εξασφαλίσουν κοινωνική και πολιτική συναίνεση. Στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ έσκυψε πάνω στα προβλήματα των ανθρώπων που για δεκαετίες όχι μόνο είχαν μείνει εκτός εξουσίας αλλά και είχαν πέσει θύματα διακρίσεων, είναι η βασική αιτία που το κόμμα του Α. Παπανδρέου κατάφερε να ριζώσει βαθιά στην ελληνική κοινωνία σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε, στην εξαιρετική ανάλυση του για τα οικονομικά της μεταπολίτευσης, ο Γιώργος Ρωμαίος δείχνει ότι το εξωτερικό χρέος παρέμεινε διαχειρίσιμο μέχρι το 2004 για να εκτιναχθεί την περίοδο μέχρι το 2009-10, όταν η χώρα χρεοκόπησε.

Παρ' ότι τις δεκαετίες του 80 και του 90, όταν δηλαδή κυριαρχούσε το ΠΑΣΟΚ, δάνεια και κοινοτικές επιδοτήσεις πράγματι κατασπαταλήθηκαν, η αλήθεια είναι ότι όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις της εποχής χρησιμοποιούσαν τον εξωτερικό δανεισμό για να αναθερμάνουν την οικονομία, όπως έκανε και το οικονομικό επιτελείο Παπανδρέου μετά το 1981. Η τάση αυτή άρχισε διεθνώς να αντιστρέφεται, με ορόσημο την στροφή του Γάλλου σοσιαλιστή προέδρου Μιτεράν που πήρε μέτρα λιτότητας το 1983, για να ακολουθήσει ο Παπανδρέου τοποθετώντας αμέσως μετά τις εκλογές του 1985 τον Κώστα Σημίτη, στη θέση του υπουργού Οικονομικών.

Ο παράγοντας Ανδρέας Παπανδρέου

Έτσι, οι αιτίες για τα ιστορικά λάθη του ΠΑΣΟΚ που σφράγισαν και την πορεία της Ελλάδας για τις ερχόμενες δεκαετίες, πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική κουλτούρα, τα ελαττώματα και τις προσωπικές περιπέτειες του χαρισματικού αρχηγού του, που είχε την απόλυτη εξουσία μέσα στο κόμμα. Κορυφαία στιγμή σε αυτή την πορεία είναι η διαβόητη "ρήξη" της 9ης Μαρτίου του 1985, όταν ο Α. Παπανδρέου ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά ότι δεν θα στηρίξει την επανεκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην προεδρία της Δημοκρατίας, παρ' ότι είχε αφήσει για μήνες να εννοηθεί ότι θα τον ψήφιζε.

Η κίνηση αυτή δεν είχε καθόλου να κάνει με κάποια μυστηριώδη σύγκρουση με το κατεστημένο, όπως ισχυρίστηκε τότε η πασοκική προπαγάνδα. Υπαγορεύθηκε από υπολογισμούς για τις εκλογές, τις οποίες το ΠΑΣΟΚ κέρδισε λίγο μετά(θα τις είχε κερδίσει σε κάθε περίπτωση) αλλά και από την διάθεση του αρχηγού του να κυριαρχήσει πλήρως στο πολιτικό σκηνικό, εκμηδενίζοντας κάθε υποψήφιο αντίπαλο.

Ρήξη και κανόνες του παιχνιδιού

Στην προεδρική εκλογή του 1985, η διακομματική υπερψήφιση του Καραμανλή θα ολοκλήρωνε το συναινετικό "ευρωπαϊκό" μοντέλο που είχε επικρατήσει με την μεταπολίτευση, αλλά η μεγαλύτερη ζημιά έγινε με τα όσα ακολούθησαν: η ερμηνεία του Συντάγματος κατά πως βόλευε το κυβερνών κόμμα ώστε να συγκεντρώσει τους 180 ψήφους για την εκλογή του Χρήστου Σαρτζετάκη, τα πράσινα και τα μπλε ψηφοδέλτια που κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής νομιμότητας χρησιμοποιήθηκαν ακυρώνοντας την μυστικότητα της διαδικασίας και με στόχο να αποτραπούν οι διαρροές βουλευτών του ΠΑΣΟΚ στις κρίσιμες ψηφοφορίες, η ακραία πόλωση με τις κορώνες κατά των αποστατών και της δεξιάς (στις οποίες πρωτοστάτησε ο Μένιος Κουτσόγιωργας από τους πρωτεργάτες του σκανδάλου Κοσκωτά λίγο αργότερα) πλήγωσαν ανεπανόρθωτα τους κοινοβουλευτικούς κανόνες.

Η αντίληψη ότι μια συγκυριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να παραβιάζει όλους τους κανόνες του παιχνιδιού αφού ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, όλες αυτές οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν από επόμενες κυβερνήσεις και ιδίως από την σημερινή κυβέρνηση και έχουν οδηγήσει στην υποβάθμιση της δημοκρατίας, έχουν τις ρίζες τους σε εκείνη την μοιραία απόφαση του Α. Παπανδρέου.

Ο πιο ισχυρός πρωθυπουργός στην Ευρώπη

Με τις αλλαγές στο Σύνταγμα που έγιναν τότε, καθώς το "άδειασμα" του Καραμανλή παρουσιάστηκε και ως βήμα για τον εκδημοκρατισμό του Συντάγματος, οι εξουσίες του προέδρου της Δημοκρατίας περιορίστηκαν ασφυκτικά και μεταβιβάστηκαν στον πρωθυπουργό. Από το 1985 η Ελλάδα διαθέτει, με την εξαίρεση της βασιλευόμενης Μεγάλης Βρετανίας, το πιο πρωθυπουργικοκεντρικό σύστημα εξουσίας σε όλη την Ευρώπη. Σε αυτή την θεσμική ανωμαλία, στην έλλειψη μηχανισμών εξισορρόπησης της απόλυτης πρωθυπουργικής εξουσίας, θα πρέπει να αναζητηθούν πολλά από τα δεινά που η χώρα αντιμετωπίζει σήμερα.

Σε κάθε περίπτωση, η "ρήξη" του 1985 πρέπει κανονικά να θεωρείται το τέλος της μεταπολίτευσης, αν αυτή οριστεί σαν μια περίοδος μετάβασης από το ανώμαλο μετεμφυλιακό καθεστώς και την δικτατορία σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δυτικού τύπου, με όλα τα προβλήματα πολιτικής υπανάπτυξης που η χώρα κουβαλάει. Η αντικοινοβουλευτική κουλτούρα την οποία εγκαινίασαν οι ανώμαλες διαδικασίες της προεδρικής εκλογής και η καταστροφική αλλαγή του Συντάγματος έβαλαν την χώρα σε κρίση, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η διαφθορά στο προσκήνιο

Για το ΠΑΣΟΚ, η απομάκρυνση του Καραμανλή και η υπερψήφιση του Σαρτζετάκη αποτέλεσε μια πύρρειο νίκη. Όχι μόνο γιατί συσπείρωσε όλη την δεξιά γύρω από τον ¨εθνάρχη" στον οποίο είχε ο Παπανδρέου τόσο μπαγαπόντικα φερθεί, όσο και επειδή δημιούργησε στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας. Ήδη από τότε που ανέλαβε την εξουσία, ο Ανδρέας Παπανδρέου θεωρούσε ότι ήταν στόχος συνωμοσιών για την ανατροπή του, μια φαντασίωση- κατάλοιπο της αποστασίας την δεκαετία του 60. Σπρωγμένος από την ανάγκη να κυριαρχήσει στα ΜΜΕ που πίστευε ότι τον υπονόμευαν, ο Α. Παπανδρέου ευνόησε την άνοδο του νεοφερμένου εκδότη και τραπεζίτη (με ξένα κόλλυβα) Κοσκωτά, την ίδια στιγμή που η χειροτέρευση της υγείας του και οι ερωτικές του περιπέτειες περιόριζαν την ικανότητα του να ελέγχει την πολιτική ζωή.

Όταν οι εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο Κοσκωτά τον απειλούσαν εκλογικά αλλά και ποινικά, ο Α. Παπανδρέου κατέφυγε στις πιο ακραίες μορφές λαϊκισμού και δημαγωγίας, όπως εκφράστηκαν με το "Τσοβόλα, δώστα όλα", εντολή που έδωσε σε προεκλογική συγκέντρωση στον τότε υπουργό Οικονομίας. Παράλληλα η φράση η οποία αποδόθηκε-χωρίς να διαψευστεί- στον Α. Παπανδρέου για ένα στέλεχος του κόμματος-διοικητή δημόσιου οργανισμού("εντάξει να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του αλλά όχι και 500 εκατ") λειτούργησε σαν το πράσινο φως για την κοινωνικοποίηση της διαφθοράς. Τέλος, πριν τις εκλογές του 1989 που ήταν φανερό ότι θα έχανε, το ΠΑΣΟΚ τροποποίησε τον εκλογικό νόμο καθιστώντας πρακτικά αδύνατη την δημιουργία κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και τον σχηματισμό κυβέρνησης. Επρόκειτο για μια ακόμη χονδροειδή παραβίαση των κανόνων του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού: η θεσμική κρίση του 1985 είχε μετατραπεί σε ανοικτή πολιτική κρίση.

Το ξέσπασμα της κρίσης και η διαπλοκή

Λόγω του εκλογικού νόμου, οι 3 διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις που έγιναν μέσα σε 9 μήνες δεν μπόρεσαν να δώσουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία, παρ' ότι το πρώτο κόμμα(ΝΔ) κέρδισε ποσοστό 44,28% (στις εκλογές του Ιουνίου του 89) για να φτάσει στο αστρονομικό 47% στις τρίτες εκλογές τον Απρίλιο του 90! Το αποτέλεσμα των πρώτων εκλογών οδήγησε στον σχηματισμό της κυβέρνησης Τζανετάκη που υποστήριζαν ΝΔ και ο ενιαίος τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ. Για τους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ ήταν το "βρόμικο 89" αλλά το αίτημα για κάθαρση ήταν τότε παλλαϊκό και ο σχηματισμός κυβέρνησης απέτρεπε την ποινική παραγραφή των σκανδάλων. Επρόκειτο στην πραγματικότητα και για το συμβολικό τέλος του εμφυλίου πολέμου, που είχε άλλωστε διευκολυνθεί από την πολιτική εθνικής συμφιλίωσης του ΠΑΣΟΚ.

Η ¨βρόμικη" συνέπεια ήταν ότι η πολιτική κρίση έκανε παντοδύναμα τα ΜΜΕ, από τα οποία εξαρτάτο κατά πολύ η επιβίωση των ασταθών κυβερνήσεων συνεργασίας που αναγκαστικά σχηματίστηκαν: μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη, οι παραδοσιακοί εκδότες του γραπτού τύπου μετατράπηκαν και σε καναλάρχες, αποκτώντας μεγάλη και συγχρόνως ανεξέλεγκτη εξουσία. (Μην χάσετετην ανάλυση του Γιώργου Πλειού). Η παράλληλη ενδυνάμωση ξένων και εγχώριων οικονομικών συμφερόντων που επίσης εκμεταλλεύτηκαν την κρίση αποκτώντας εύκολα προσβάσεις και ερείσματα στο πολιτικό σύστημα, εγκαινίασαν την περίοδο της διαπλοκής και διεύρυναν την διαφθορά.

Η εκλογική επανάκαμψη του -υπό κατηγορία για τα σκάνδαλα- ΠΑΣΟΚ στην δεύτερη από τις 3 εκλογικές αναμετρήσεις (από 39% στην πρώτη σχεδόν 41% στη δεύτερη) μετατόπισε την αντιμετώπιση των σκανδάλων από το επίπεδο του σεβασμού στους νόμους σε αυτό της πολιτικής: πως μπορεί να διωχθεί ένα κόμμα όταν, παρά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, επιβραβεύεται από ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων; Και από αυτήν την άποψη, η ηθική, οικονομική και πολιτική κατάρρευση της χώρας, όπως βιώθηκε το 2010 και μετά, έχει τις ρίζες της στα ταραγμένα χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 80.

Γεωπολιτική υποβάθμιση: μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και το τέλος του ψυχρού πολέμου βρήκαν την Ελλάδα σχεδόν ακυβέρνητη, βυθισμένη στην εσωστρέφεια. Σαν να μην έφτανε αυτό, το "μακεδονικό" μετέτρεψε μια χώρα της ΕΕ, αντικειμενικά σε πολύ πιο πλεονεκτική θέση από τις υπόλοιπες, από παράγοντα της λύσης σε μέρος του βαλκανικού προβλήματος.

Απίστευτα μεγάλες δυνάμεις σπαταλήθηκαν στην μεγαλύτερη μεταπολιτευτικά διπλωματική ήττα της Ελλάδας, στην οποία έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο ο σημερινός πρωθυπουργός Α. Σαμαράς, για να χτίσει πολιτική καριέρα εκμεταλλευόμενος υπαρκτές εθνικές ευαισθησίες. Από την ήττα στη "μάχη των Σκοπίων" ξεκίνησε η καθοδική πορεία της χώρας στην διεθνή σκηνή.

Συγχρόνως, όπως εύστοχα παρατηρεί στην συνέντευξη του ο Δ. Ψαρράς "στον εθνικιστικό παροξυσμό γύρω απο το θέμα της ΠΓΔΜ" στις αρχές της δεκαετίας του 90, πρέπει να αναζητηθεί μια βασική αιτία για την άνοδο του ρατσισμού και της ακροδεξιάς που παρατηρούμε σήμερα.

Πρώτα λόγω της πολιτικής κρίσης κι ύστερα λόγω του μακεδονικού, η Ελλάδα έχασε μια μοναδική ιστορική ευκαιρία, από αυτές που σπάνια παρουσιάζονται. Έχοντας ήδη χάσει και την πλεονεκτική θέση στην οποία είχε βρεθεί λόγω του ψυχρού πολέμου, η χώρα αναγκαστικά θα γυρνούσε κάποτε εκεί που της ¨αξιζε" γεωπολιτικά και βρισκόταν πριν τον πόλεμο: κάπου μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας.

Οι άσωτοι πρίγκιπες

Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Το 1993 ο Α. Σαμαράς ανέτρεψε την κυβέρνηση του κόμματος του, ο Α.Παπανδρέου επέστρεψε ως καρικατούρα στην εξουσία την οποία επηρέαζε η πρώην πέτρα του ερωτικού σκανδάλου που είχε εν τω μεταξύ παντρευτεί. Αφού φλερτάρισε με την ιδέα να κυβερνηθεί από τον Α. Τσοχατζόπουλο που έχασε την μάχη της πρωθυπουργίας για ελάχιστους ψήφους, η χώρα βρέθηκε στα χέρια του Κώστα Σημίτη. Η διακυβέρνηση σοβάρεψε, πριν βουτηχτεί ακόμη πιο βαθιά στην διαπλοκή και την διαφθορά. Θετική εξαίρεση, η προσέγγιση με την Τουρκία και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ, δύο κινήσεις που ελάφρυναν τα σχετικά βάρη που είχε η χούντα κληροδοτήσει στην περιβόητη μεταπολίτευση.

Η Ελλάδα είχε μπει στο μονόδρομο του Μάαστριχτ και της νομισματικής Ενωσης, για την οποία βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη με κύρια ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Σε προϊούσα σήψη, το τελευταίο είχε εν τω μεταξύ καταφύγει στο νεποτισμό: αρκούσε ένα καλό όνομα για να γίνει κάποιος αρχηγός κόμματος και, αναπόφευκτα κάποια στιγμή, πρωθυπουργός. Η τρίτη Ελληνική Δημοκρατία είχε μετατραπεί σε ένα είδος βασιλείου, η τύχη του οποίου εξαρτιόταν από το πόσο φωτισμένος ήταν ο πρίγκιπας που ορκιζόταν βασιλιάς, με απεριόριστες εξουσίες λόγω του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος που είχε εγκαθιδρύσει ο ..πατέρας του! Πελάτες παρά πολίτες, οι ψηφοφόροι επικύρωναν στις εκλογές των kingmaker, των ΜΜΕ που είχαν γιγαντωθεί το 1989, όταν είχε ξεσπάσει η κρίση.

Ο εκτροχιασμός των δημόσιων οικονομικών τα χρόνια 2004-2009, την περίοδο Καραμανλή του νεότερου και ο καταστροφικός χειρισμός όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση έσπρωξε την Ελλάδα στο μάτι του κυκλώνα, από τον Παπανδρέου τον νεότερο, απέδειξαν ότι οι βασιλείες δεν είναι το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης. Αλλά και ότι για την σωστή λειτουργία της Δημοκρατίας, δεν αρκεί η κατάργηση της μοναρχίας όπως έγινε τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης.

10. Ο απολογισμός των τελευταίων 40 ετών από την αποκατάσταση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας είναι απόλυτα αναγκαίος, αλλά δεν πρέπει να περιορίζεται στις συζητήσεις περί μεταπολίτευσης. Η τελευταία εξάντλησε την δυναμική της από την δεκαετία του 80, άλλωστε ο σκοπός της ήταν ακριβώς αυτός: να αλλάξει και να θεμελιώσει το πολίτευμα. Η Γ Ελληνική Δημοκρατία και το μέλλον της, είναι το πραγματικό ζητούμενο. Αποδείχθηκε πολύ μακροβιότερη από την δεύτερη που δεν έζησε παρά 11 χρόνια(1924-1935) αλλά σήμερα βρίσκεται σε βαθιά και πολύπλευρη κρίση. Για να επιβιώσει θα πρέπει να εξετάσει προσεκτικά το παρελθόν της και να προχωρήσει στις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη. Και αυτή την αποστολή δεν μπορούν να την αναλάβουν ούτε τα κόμματα ούτε τα πρόσωπα που την οδήγησαν ως εδώ.

[tvxs.gr]