Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Έως τα 2.500 κυβικά μαρμάρου και για πρώτη φορά η αρχιτεκτονική χρήση του π=3,14 στην Αμφίπολη


Κάθε 24ωρο που περνάει η ομάδα των αρχαιολόγων που έχει αναλάβει το δύσκολο έργο της ανασκαφής στην Αμφίπολη ανακαλύπτει ευρήματα που εντυπωσιάζουν για την ποιότητα του ταφικού μνημείου που ήρθε στο φως έπειτα από περίπου 2.300 χρόνια.

Μοναδικός σε διαστάσεις και σε επιμέλεια, χωρίς αντίστοιχο του στη Μακεδονία και στα Βαλκάνια, ο τύμβος της Αμφίπολης φθάνει τα 23 μέτρα ύψος με 158,40 διάμετρο και περίβολο ύψους 3 μέτρων αποτελούμενο από μαρμάρινες βάσεις, ορθοστάτες, ανωδομή και επιστέψεις. Ολόκληρη κατασκευή δηλαδή, από λευκό καλοδουλεμένο μάρμαρο Θάσου, η οποία συγκρατείται στη θέση της από αντίθημα, δηλαδή αφανή τοίχο από πωρόλιθο έτσι που το συνολικό πάχος της κατασκευής να ανέρχεται σε 130 εκατοστά.


Ο ταφικός περίβολος που ήρθε στο φως στην αρχαία Αμφίπολη είναι, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, μοναδικός στο είδος του.

Αυτός ο περίβολος εξάλλου για τον οποίο θα πρέπει να απαιτήθηκαν περί τα 2.500 κυβικά μαρμάρου «είναι ένας τέλειος κύκλος κατασκευασμένος με απίστευτη γεωμετρική ακρίβεια», όπως επισημαίνει με θαυμασμό ο αρχιτέκτονας της ανασκαφής κ. Μιχάλης Λεφαντζής. «Αυτό το έργο υλοποιήθηκε από αρχιτέκτονα που είχε υψηλή γνώση της γεωμετρίας. Αρκεί να αναφέρω ότι χρησιμοποιεί το π=3,14 αντί του 3,17 των Αιγυπτίων, που ήταν ως τότε σε χρήση» τονίζει ο κ. Λεφαντζής.


Με έκταση 20 στρεμμάτων ο τύμβος φέρει στην κορυφή του μία τετράπλευρη κτιστή κατασκευή (9,95 Χ 9,95 Χ 5,30 μέτρα), η οποία αρχικώς είχε θεωρηθεί από τον πρώτο ανασκαφέα Δ. Λαζαρίδη ταφικό σήμα. «Στην πραγματικότητα πρόκειται για το θεμέλιο του βάθρου επάνω στο οποίο βρισκόταν ο Λέων της Αμφίπόλης» λέει ο κ. Λεφαντζής. Η έρευνα του ιδίου σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων είχε ως αποτέλεσμα τον εντοπισμό 400 και πλέον μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών γύρω από το άγαλμα που ανήκουν στον περίβολο του τύμβου (ορισμένα ενσωματωμένα στο βάθρο του λιονταριού).

«Όλα τα μέλη του περιβόλου είναι της ίδιας τεχνοτροπίας με το λιοντάρι» επισημαίνει. «Για μένα μάλιστα η τυπολογία αυτού του περιβόλου δεν υπάρχει αλλού στη Μακεδονία. Αρχιτεκτονικό πρόκειται για ένα υβρίδιο». Εις ό,τι αφορά τον Λέοντα, «Με ύψος 5,30 μέτρα και συνολικό με το βάθρο του 15,84 μέτρο, έχει μακεδονικό εμβότη με ημικίονες και ασπίδες στο βάθρο του» προσθέτει. «Επιπλέον είχε δημιουργηθεί με οπτική διάρθρωση, έτσι ώστε να είναι ορθό ορατός από απόσταση 100 μέτρων και ύψος 30».


Ποιος ο λόγος επιλογής της Αμφίπολης;

Σε απόσταση περί το ένα χιλιόμετρο από τη σημερινή Αμφίπολη βρίσκεται η θέση Καστά όπου ανασκάπτεται ο τύμβος. Η γεωμορφολογία της περιοχής έχει αλλάξει ωστόσο ριζικά από την αρχαιότητα λόγω της διαφοροποίησης της κοίτης του Στρυμόνα και της αποξήρανσης της λίμνης Κερκινίτιδας. Οι αρχαίες πηγές μιλούν όμως για τα ωραία αγκυροβόλια αυτής της λίμνης, η οποία συνδεόταν με το ποτάμι. Ενα ποτάμι πλωτό, που παρείχε τη δυνατότητα στα πλοία να φθάνουν ως την Αμφίπολη. Οσο για τον τύμβο με τον Λέοντα, βρισκόταν ακριβώς μπροστά στη λίμνη.

Η κατασκευή του ταφικού μνημείου που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη εκτιμάται ότι διήρκεσε περί τα δύο χρόνια.

Την εποχή που κατασκευάστηκε το ταφικό μνημείο, ανάμεσα στα 325-300 π.Χ. -δηλαδή περί τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.- ο Στρυμόνας ήταν πλωτός και είχε έκταση που μπορούσε να συγκριθεί με αυτή του Νείλου στην Αίγυπτο. Αλλωστε μέρος του μακεδονικού στόλου απέπλευσε για την εκστρατεία στην Ασία από την Αμφίπολη.


H Αμφίπολη

Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η Αμφίπολη ήταν αρχικώς αποικία των Αθηναίων και ιδρύθηκε το 438/437 προ Χριστού από τον στρατηγό του Περικλή Άγνωνα. Κοντά στις εύφορες εκβολές του ποταμού Στρυμόνα και στα χρυσοφόρα κοιτάσματα του όρους Παγγαίου, η ίδρυση της Αμφίπολης υπήρξε μεγάλη επιτυχία για τους Αθηναίους, των οποίων μόνιμος στόχος ήταν η εξασφάλιση του ελέγχου της πλούσιας ενδοχώρας του Στρυμόνα και των μεταλλείων του Παγγαίου.

Η επιτυχία τους ωστόσο υπήρξε και πάλι βραχύχρονη, αφού στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του Πελοποννησιακού Πολέμου (422 π.Χ.) η Αμφίπολη αποσκίρτησε από την μητρόπολη Αθήνα και παρέμεινε αυτόνομη πόλη ως την ένταξή της στο Βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β' (357 π.Χ.).

Η πόλη μπορεί να ιδρύθηκε το 438/437 π.Χ., η περιοχή όμως είχε κατοικηθεί ήδη από την προϊστορική εποχή. Αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα αποδεικνύουν ήδη από την Νεολιθική εποχή την ανθρώπινη παρουσία και στις δύο όχθες του ποταμού και τη συνέχεια της ζωής ως και την εποχή του Χαλκού. 0 πλησιέστερος στην Αμφίπολη νεολιθικός οικισμός εντοπίστηκε σε γειτονικό στην αρχαία πόλη λόφο, γνωστό ως Λόφο 133, όπου αργότερα αναπτύχθηκε σημαντικός οικισμός στην Πρώιμη εποχή του Σιδήρου, όπως μαρτυρούν τα πλούσια ευρήματα του νεκροταφείου του.


Στην εποχή των Μακεδόνων η Αμφίπολη αναδείχτηκε σε ισχυρή πόλη του Μακεδονικού βασιλείου με εσωτερική αυτονομία και με σημαντική οικονομική και πολιτιστική άνθιση.

Την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Αμφίπολη και το επίνειό της στο Αιγαίο είχαν εξελιχθεί σε πολύ σημαντική ναυτική βάση των Μακεδόνων και γενέτειρα τριών σημαντικών ναυάρχων, του Νέαρχου, του Ανδροσθένη και του Λαομέδοντα.

Στην ελληνιστική εποχή, άποικοι από την πόλη ίδρυσαν -με προτροπή του Σελεύκου- μια ομώνυμη πόλη στις όχθες του Ευφράτη, επί της παλαιότερης Θαψάκου. Οπως αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν θαυμαστής της Αμφίπολης και σκόπευε να φτιάξει ένα μεγαλοπρεπή ναό για να τιμήσει την πόλη απ' όπου απέπλευσε το 334 π.Χ. ο στόλος του για την εκστρατεία στην Ασία.

Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) η Αμφίπολη ορίζεται πρωτεύουσα της Πρώτης Μερίδος της Μακεδονίας. Η Ρωμαϊκή Εποχή είναι για την Αμφίπολη περίοδος ακμής μέσα στο πλαίσιο της κοσμοκρατορίας των Ρωμαίων. Σταθμός της Εγνατίας Οδού και πρωτεύουσα μιας πλούσιας ενδοχώρας, η πόλη αναπτύσσεται οικονομικά και πολιτιστικά. Γνωρίζει βέβαια καταστροφές και λεηλασίες αλλά με την υποστήριξη και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ιδιαίτερα του Αυγούστου και του Αδριανού, παραμένει ένα από τα σημαντικά αστικά κέντρα της Μακεδονίας ως την ύστερη αρχαιότητα. Η ακμή της πόλης αντικατοπτρίζεται στα μνημειακά κτήρια με τα ψηφιδωτά δάπεδα και τις τοιχογραφίες, αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα που οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως.