Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Η ταυτότητα του νεκρού


Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Δεν πρόκειται ποτέ να ισχυρισθώ πως η αρχαιολογική έρευνα, και ο τρόπος ταυτοποίησης, ακόμη και έκθεσης, των ευρημάτων της είναι ιδεολογικά ουδέτερη ή αθώα. Ειδικά σε μια χώρα σαν τη δική μας, όπου η αρχαιολογία είναι ένα από τα συστατικά κύτταρα της εθνικής μας ταυτότητας, του εθνικού μας μύθου, ακόμη και της ευρωπαϊκής μας πιστοποίησης. Τρανό παράδειγμα η Ακρόπολη των Αθηνών, στην ύπαρξη της οποίας οφείλουμε τη μετατροπή του θλιβερού χωριού των αρχών του 19ου αιώνα σε πρωτεύουσα του νεογέννητου κράτους. Και αν το έργο της εθνικής μας αρχαιολογίας δεν το είχαν προγραμματίσει οι νεοκλασικιστές Βαυαροί, ενδεχομένως να μην είχε γκρεμιστεί ο ενετικός πύργος δίπλα στα Προπύλαια, ούτε να είχε τελεσθεί η ιστορική κάθαρση του Παρθενώνα από τα βυζαντινά και οθωμανικά στοιχεία, τα ίχνη της ιστορίας του. Η ανακάλυψη των τάφων στη Βεργίνα από τον καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο ήταν κάτι παραπάνω από μια επιστημονική ανακάλυψη. Ηταν μια εθνική υπόθεση. Οπως τον ρόλο της πρωταγωνίστριας σε μία ακόμη εθνική υπόθεση πήγε να παίξει και η αείμνηστος Μελίνα στη Ρόδο, όπου ο εξίσου αείμνηστος, για άλλους λόγους όμως, Ευάγγελος Γιαννόπουλος ως υπουργός Ναυτιλίας είχε πληροφορίες πως βρίσκεται ο Κολοσσός. Μόνον που ο Κολοσσός ήταν δύο κολόνες μπετόν και έτσι η εθνική υπόθεση, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία, αποδείχθηκε φιάσκο. Οπου αποδεικνύεται ότι η αρχαιολογία μπορεί να συμμετέχει στη διαμόρφωση των εθνικών μας μύθων, αυτό όμως δεν την απαλλάσσει από τις επιστημονικές ευθύνες.

Τούτων δοθέντων, οφείλω να πω πως βρίσκω συγκινητικό το ενδιαφέρον του πρωθυπουργού για τις ανασκαφές στην Αμφίπολη. Φαίνεται πως οι έρευνες των αρχαιολόγων έχουν προχωρήσει αρκετά και αν ο τάφος, όταν ανοιχθεί, βρεθεί ασύλητος, τότε δεν αποκλείεται να έχουμε ένα ακόμη σημαντικό μνημείο του 4ου αιώνα π.Χ. Μένει βέβαια ο συνήθης ύποπτος της μακεδονικής γης, που ξέρει να διεγείρει τη φαντασία, έστω και ερήμην των προθέσεών του, και αποτελεί το σημείο συνάντησης της αρχαιολογίας με την εθνική μας ιδεολογία. Ω ναι, για εκείνον μιλώ, για τον Μέγα Αλέξανδρο, που κάποτε οι τάφοι του θύμιζαν και λίγο τίμιο ξύλο. Οπως κυκλοφορούσε στη θρησκευτική αγορά τόσο τίμιο ξύλο όσο περίπου θα μπορούσε να παραγάγει η υλοτόμηση του Μέλανος Δρυμού, έτσι και διάφοροι ονειρεύονταν πως κάτω από την άμμο της ερήμου, να, έτσι θα κάνουν και θα βρουν το σκήνωμα του νεαρού κατακτητή, πότε εδώ, πότε εκεί, πότε λίγο πιο κάτω. Δεν ξέρω πόσο θα αλλάξει ο τρόπος που βλέπουμε την Ιστορία αν βρεθεί ο τάφος του Αλέξανδρου, υποθέτω ελάχιστα, και σίγουρα εδώ μιλάμε για την εξ ολοκλήρου ιδεολογική χρήση της αρχαιολογίας. Το λέω διότι από τις δηλώσεις του πρωθυπουργού στην Αμφίπολη αυτό το περί σημασίας της «ταυτότητας του νεκρού» με έβαλε σε σκέψεις. Λένε για τη Ρωξάνη και τον γιο του Αλέξανδρου, ή μήπως όμως μας ευλογήσει ο θεός των Ελλήνων και βρεθεί ο ίδιος ο Αλέξανδρος;

Προσωπικά ουδόλως με ενδιαφέρει η ταυτότητα του νεκρού, όπως επίσης υποθέτω ότι και τους ίδιους τους αρχαιολόγους περισσότερο τους ενδιαφέρουν τα ευρήματα και λιγότερο η επιβεβαίωση του μύθου. Και αυτή η ιστορία με τους τάφους έχει ενδιαφέρον μόνον ως κατάλοιπο της ρομαντικής εποχής της αρχαιολογίας. Ο Σλίμαν, σε κάθε τάφο που έβρισκε στις Μυκήνες, έλεγε πως είναι ο τάφος του Ατρείδη. Τελικά από τάφο του Ατρείδη σε τάφο του Ατρείδη ξέθαψε τα ανάκτορα των Μυκηνών. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην αρχαιολογία και στο κυνήγι του κρητικού κροκοδείλου Σήφη, ο οποίος, να υπενθυμίσω, ακόμη δεν έχει συλληφθεί και συνεχίζει να απειλεί τα συμπαθέστατα παπάκια της περιοχής. Στην περίπτωση του Σήφη σημασία έχει η σύλληψη του κροκοδείλου. Στην περίπτωση της αρχαιολογικής έρευνας σημασία έχουν τα ευρήματα, είτε σ’ αυτά περιλαμβάνεται ο κροκόδειλος είτε όχι.