Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Γιάννης Χαρούλης - Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός


Του Στέφανου Τσιτσόπουλου

Σε ανοιχτά θέατρα, σε νησιώτικα πανηγύρια, σε φεστιβάλ ανά τη θερινή επικράτεια, στο ραδιόφωνο, όπου και να ακουστεί αυτό το κρητικό κοπέλι ανεβάζει τον πυρετό του πλήθους. Σαν σαμάνος, θαρρείς, τους οδηγεί σε έκσταση, τους απογειώνει, οι νότες του λαούτου του, συνεπικουρούμενες από τον ηλεκτρισμό της μπάντας του, μοιάζουν με πυρίτιδα, μπαμ και… πάνω! Κι αν οι συνάδελφοί του, κάποιες άλλες ψυχές από τον άγριο κόσμο της ελληνικής σόουμπιζ ζούγκλας ή και της «σοβαρής» τέχνης χρειάζεται να καταπιούν περηφάνια και χαρακτήρα, χαριεντιζόμενοι σε πρωϊνάδικα, ακκιζόμενοι με σελεμπριτούδες παρουσιάστριες, μετρ στην ελαφρότητα και το χαζοχαρούμενο κους κους, ο Γιάννης όχι! Ούτε στου Πέτρου και της Τζένης, της Μενεγάκη και της Λαμπίρη, ούτε όμως και στα «σοβαράδικα». Εκπομπές λόγου και τέχνης, δυσκοίλιες ως επί το πλείστον και κρατικοδίαιτες, που ο καλεσμένος «ανοίγει την ψυχούλα του», «καταθέτει λιθαράκια», μας «μυεί στα ενδότερα της τέχνης και της ύπαρξής του», χρησιμοποιώντας πολυποικιλία λέξεων που προκαλούν εγκεφαλικό στα όρια του... έντεχνου: μούχρωμα, ηλιογέννητη, εσωτερικές πληγές, μπλιαχ!

Ακριβοθώρητος είναι για τα media ο Χαρούλης, μονίμως απών, πέρα από κάποιες μετρημένες συνεντεύξεις σε έντυπα όπου δεν θα χρειαστεί να νιώσει πως καταπίνει σέβας και αισθητική. Να επομένως γιατί η μεγαλύτερη από τη μερίδα του κόσμου που τον ακολουθεί δείχνει σαν να τον επιβραβεύει για τούτη την ιδιότυπη αποχή του: δεν είναι ψώνιο, δεν εκφέρει γνώμη επί παντός του επιστητού, δεν φιλοδοξεί να αποκτήσει αίγλη πνευματικού ταγού ή δημόσιου καθοδηγητή. Ενώ θα μπορούσε, κανείς δεν αμφιβάλλει.

Στην Ελλάδα του μνημονίου και της κρίσης όπου, πέραν των άλλων δεινών, ήρθαν στο προσκήνιο μια σειρά από πολιτιστικούς τηλεπροφήτες που πουλούν απόψεις προς το παραζαλισμένο πόπολο, αυτό το Κρητικάτσι από το Λασίθι δείχνει να έχει μια εγκράτεια πρωτόγνωρη για έλληνα καλλιτέχνη. Ό,τι έχει να δώσει το δίνει και το λέει στη σκηνή. Και με μια ακροβατική ισορροπία, καταφέρνει να μην γκρεμιστεί έτσι όπως παλαντζάρει ανάμεσα στη χαρά της γιορτής στο παλκοσένικο αλλά και στις εξέδρες της μάχης. Γιατί όσο κι αν έγινε γνωστός και περιζήτητος, ποτέ δεν αρνήθηκε να παίξει για αγώνες. Ενάντια στην εξόρυξη χρυσού, για τους μετανάστες και τους φυλακισμένους, κοντσέρτα ουμανιστικά, την ώρα που άλλοι του συνάδελφοι, λιγότερο επιτυχημένοι, προφασίζονται κολλήματα κάθε λογής, μην και τους κακολογήσει η εξουσία.

Λεβέντης από όπου και να τον δεις, μέγας όπως και να τον ακούσεις. Με τον Ξαρχάκο αλλά και με τον Έρικ Μπάρτον, φωνή και όργανο, με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Μάτσα αλλά και μόνος, έτσι όπως τώρα περιοδεύει, αυτός ο μουσικός έχει μια άλω μοναδική, μιαν αύρα πρωτοφανή. Κι ο ήχος του, βαθιά ριζωμένος με το χώμα, όχι μόνο της γενέτειράς του αλλά όλης της ελληνικής γης, δείχνει να εμπεριέχει τις ευγενέστερες νότες και λέξεις αυτού που λέμε «παράδοση». Προσοχή όμως! Όχι στείρας, μηρυκαστικής και δυσκίνητης, όχι μιμητικής και εσωστρεφούς, αλλά ανοιχτής πέρα έως πέρα. Όπως ο Σαββόπουλος με τον «Μπάλο» και τους «Αχαρνείς», ο Θανάσης με τις άγιες νοσταλγίες του, τις Ανδρομέδες, τα λάφυρα, τις αγρυπνίες και τους ελάχιστους εαυτούς του, κι ο Αγγελάκας με τις γελαστές ανηφόρες, τη βαθιά ψυχή, το χώμα, το νερό και τις ανάσες των λύκων, έτσι μοιάζει να χτίζει κι ο Χαρούλης. Μιαν ελληνική Σάνγκρι-Λα, μακριά από το μπετόν αλλά και το κέρδος, τη μικροψυχία και το νταλαβέρι, τον επώδυνο βίο τον βουτηγμένο στα τεφτέρια, τους υπολογισμούς και τη θνητότητα.


Ανοίγει η καρδιά σου, όταν παίζει. Σκέφτεσαι τόπους όπου υπήρξες ελεύθερος, περπάτησες με πόδια γυμνά, ξαπόστασες, έπαιξες, γέλασες, έκλαψες, σκέφτηκες, ονειρεύτηκες, χωρίς να σε κατατρύχουν μέρες και ώρες ύπουλα κακές και ψυχοφθόρες. Όλοι έχουμε μια τέτοια μνήμη, ένα χωριό, μιαν ακτή, έναν τόπο, μια τέτοια ρίζα. Που κρατά από μιαν Ελλάδα παλιά, αυτού από την Κρήτη, του κοινού του από τον Κίσσαβο ή την παπαδιαμάντια Σκιάθο, τη Μυτιλήνη του Θεόφιλου, τη Θράκη του Αηδονίδη, παντού γαλάζιοι ουρανοί, δέος, τοπία και συμφωνίες μυστικές φανερώνουν τα τραγούδια του.

Εδώ ίσως να βρίσκεται κι ο πυρήνας της τέχνης του αλλά κι ο ομφάλιος λώρος που τον συνδέει με το κοινό του: τα μυστικά τοπία του καθένα μας ο Χαρούλης με τα λόγια και τις μουσικές του τα βγάζει είτε από τη λήθη είτε από το σκοτάδι. Και τα πετά στον ουρανό, τα δίνει μορφή και σχήμα πυγολαμπίδας ή κοριτσιού, νούφαρου, πουλιού ή φίλου. Συμβαίνει να γνωριζόμαστε καλά, να έχουμε ανταμώσει σε χαρές και σε ζόρια. Συμβιώσαμε σε πόλεις και βουνά, τολμώ να πω πως τον γνωρίζω τον «Γιαννιό» από τότε που κυνηγούσε την τύχη του έξω από το Νησί, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, έως τώρα που τύχη και μοίρες δείχνει να τον σκεπάζουν στοργικά.

Τον μελετάω προσεχτικά, ειδικά τώρα που είναι διάσημος και ντουζένιος, που, όταν βγαίνουμε, τα κοριτσόπουλα στενάζουν με τη θωριά του και τα αγόρια μελετάνε πώς κινείται. Αγνά, χωρίς σπουδή, χωρίς πόζα και σκέρτσα ντίβας. Γειωμένος – καταφεύγω για ακόμα μια φορά στη λέξη-κλειδί για την τέχνη και τον χαρακτήρα του! Τον καμαρώνω. Και εκστασιάζομαι κι εγώ μαζί με το πλήθος, που για άλλο ένα καλοκαίρι τον γλεντά, τον χειροκροτεί, του προσηλώνεται και τον δοξάζει. Και να του βάλουμε ταμπέλα δεν μπορούμε, εκτός κι αν του φτιάξουμε λέξεις, όρους, ορισμούς περιεκτικότητας όλης δικιάς του. Μόνο γι' αυτόν. Αυτές: Φεγγαρόκ! Πατριδοraveγνωσία! Ελληνομπλουζοφρένεια! Heavy Λαγουτομέταλ! Χαρουλόλ! Μουρλολυροκομείο! Μπραδέρφι! Το τελευταίο είναι σύντμηση του «brother» και του «αδέλφι». Και νομίζω πως θα του αρέσει περισσότερο, σου είπα, τον ξέρω λιγουλάκι καλά!

Φωτογραφία: Κώστας Αμοιρίδης