Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Η συναρπαστική περιπέτεια της ανακάλυψης των δεξαμενών


«Μην το γκρεμίσετε γιατί δε θα μπορέσει κανείς να το ξαναχτίσει». Η εντολή αυτή, σύμφωνα με το θρύλο, ήταν μια από εκείνες που έδωσε ο Γεώργιος Μυστίλογλου στα επτά παιδιά του, ο άνθρωπος που άφησε τη σφραγίδα του στο σύγχρονο Ηράκλειο κατασκευάζοντας το εργοστάσιο αλατιού και πάγου, γνωστό ως "Παγοποιείον", μιλώντας για τις αρχαίες δεξαμενές που βρίσκονταν στα έγκατα του κτηρίου.

Όπως όλα δείχνουν, ο άνθρωπος αυτός, που ξεκίνησε από τη Μικρά Ασία καταλήγοντας μετά από μια περιπετειώδη ζωή στο Ηράκλειο, ήταν ο πρώτος μετά από αιώνες ολάκερους που είδε τις βυζαντινές, όπως υποστηρίζουν οι αρχαιολόγοι, κιονοστήρικτες, μοναδικές για το είδος τους στην πόλη, δεξαμενές.

Ο Μυστίλογλου, προφανώς κατά τις εργασίες θεμελίωσης του οικοδομήματος που θα στέγαζε το εργοστάσιο και τους επτά ορόφους, όπως σχεδίαζε, ένα για κάθε παιδί, στα 1928, "έπεσε" πάνω στις δεξαμενές κατασκευάζοντας μάλιστα μια σκάλα πρόσβασης, εκείνη που ως τα σήμερα είναι η μόνη για την κάθοδο στο επιβλητικό μνημείο, το οποίο πρώτη φορά είδαν με τη βοήθεια του φακού της "Νέας Κρήτης" και της "ΚΡΗΤΗ TV", οι Ηρακλειώτες.

Το σφράγισμα

Την εποχή εκείνη φαίνεται ότι σφραγίστηκε ο χώρος με τσιμέντο, αφήνοντας μόλις ένα άνοιγμα 40 επί 40 εκατοστά το οποίο καλύφθηκε με σιδεριές που βιδώθηκαν πάνω στο τσιμέντο. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι δυο παρακείμενες, βενετσιάνικες, αυτή τη φορά, δεξαμενές χρησιμοποιήθηκαν τόσο από τον Μυστίλογλου όσο και από τους Γερμανούς κατά την κατοχή, μετά την επίταξη του εργοστασίου, για το "Παγοποιείον". Το μνημείο, το οποίο είχε κηρυχθεί διατηρητέο με το γνωστό διάταγμα του 1947, καλυπτόταν από πυκνό μυστήριο, με τις όποιες πληροφορίες είχαν διασωθεί να είναι αποσπασματικές.






Φωτογραφίες εποχής από το παγοποιείο

Είναι ενδεικτική η αναφορά του Στέργιου Σπανάκη στο κλασικό πια βιβλίο του "Κρήτη, τουρισμός, ιστορία, αρχαιολογία": «Στη βορεινή πλευρά του Αγίου Τίτου και σε αρκετά μέτρα βάθος, κάτω από το παγοποιείο Μυστίλογλου, βρέθηκε, όταν έσκαβαν τα θεμέλια του παγοποιείου, ένα παλαιότερο οικοδόμημα, με πολλούς κίονες, ωραία κιονόκρανα και θόλους. Πιθανότατα αρχικά ήταν αρχαίος ναός που όταν σκεπάστηκε από τις επιχωματώσεις του χώρου, μετασκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν δεξαμενή. Το αρχαιότατο αυτό μνημείο-κατακόμβη, μπορεί κανείς να το επισκεφτεί με την άδεια του ιδιοκτήτη Μυστίλογλου, κατεβαίνοντας μέσα από το παγοποιείο».

Είναι σαφές ότι κάποιοι είχαν δει τις δεξαμενές, όμως αυτοί ήταν ελάχιστοι και ουδείς είχε τεκμηριώσει την ύπαρξη του μνημείου είτε φωτογραφικά είτε τοπογραφικά ή αρχιτεκτονικά είτε κινηματογραφικά.






Η αποκάλυψη

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, το μνημείο έπαψε να είναι προσβάσιμο στον οποιονδήποτε όταν το παγοποιείον σταμάτησε τη λειτουργία του ως εργοστάσιο, ενώ το υπόγειο γέμισε μπάζα και παλιά άχρηστα αντικείμενα. Με την ιδιοκτησιακή αλλαγή, οι σημερινοί επιχειρηματίες αποφάσισαν να ανακαινίσουν το χώρο και, λόγω της παλιάς κατασκευής και της εγγύτητας με τον Άγιο Τίτο, βρέθηκαν σε στενή και συνεχή επαφή με τη 13η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και την Εφορία Νεωτέρων Μνημείων.


Αριστερά, εργαζόμενοι του παγοποιείου. Στη μικρή φωτογραφία στο μέσο ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου, Γεώργιος Μυστίλογλου. Δίπλα του η γερμανική επιγραφή που έχει μεταφερθεί πια στο ισόγειο. Κάτω δεξιά το ασανσέρ του εργοστασίου που έχει κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο (φωτογραφίες Ν. Χαλκιαδάκης).

Αποφασίστηκε τότε να γίνει η κατάβαση στο χώρο από το μικρό άνοιγμα μέσα από τις σιδεριές, αφήνοντας άφωνους όλους όσοι έζησαν αυτή τη μοναδική εμπειρία. Τότε οι αρχαιολόγοι ζήτησαν αν υπήρχε τρόπος να διασφαλιστεί η είσοδος, συναντώντας όχι μόνο την προθυμία αλλά και τη συμπαράσταση των επιχειρηματιών, που καθάρισαν με δικά τους έξοδα και μεγάλο κόπο το υπόγειο και άνοιξαν την είσοδο με την πλέον ασφαλή μέθοδο, εκείνη της αδιατάρακτης κοπής του τσιμέντου, που την σφράγιζε με τις απαραίτητες βεβαίως υποστυλώσεις. Με στόχο να γίνουν τα αδύνατα δυνατά, ώστε τα παιδιά μας να μάθουν την ιστορία και να διδαχτούν από αυτήν, μέσα από ένα τόσο μοναδικό μνημείο. Και κάπως έτσι ξεκίνησε πριν ένα χρόνο η συγκλονιστική περιπέτεια στην ίδια την ιστορία του Ηρακλείου, η οποία κορυφώθηκε με την κάθοδο του τηλεοπτικού φακού της "ΚΡΗΤΗ TV" και του φωτογραφικού της "Νέας Κρήτης", που αποκάλυψαν στους Ηρακλειώτες το μοναδικό μνημείο που κρυβόταν κάτω από τα πόδια τους αιώνες ολάκερους.


Από τη Μικρά Ασία ως το Ηράκλειο: Η ιστορία του Μυστίλογλου και του Παγοποιείου

Εξίσου συναρπαστική είναι όμως και η ίδια η ιστορία του Μυστίλογλου και του εργοστασίου του. Όπως μας εξήγησε ο υπεύθυνος του "Παγοποιείου" κ. Ντίνος Κάσσαρης, παραθέτοντας τις πληροφορίες τις οποίες πήρε από τον εγγονό του πατριάρχη της οικογένειας, Γιώργο Μυστίλογλου, η ιστορία ξεκίνησε στο χωριό Μυστί, κοντά στη Νεάπολη της Μικράς Ασίας, όπου γεννήθηκε το 1872 ο Γεώργιος Ευγενιάδης. Σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής, το όνομά του μεταλλάχθηκε σε παρατσούκλι ως Μυστίλογλου, δηλαδή «παιδί (-ογλου στα Τουρκικά) από το Μυστί». Από μικρή ηλικία βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μετά από διάφορες δουλειές κατέληξε υπάλληλος στο ξυλεργοστάσιο του Γρηγοριάδη, το μεγαλύτερο της εποχής σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ο Μυστίλογλου γνωρίζει και παντρεύεται την κόρη του Γρηγοριάδη και ξεκινάει την ενασχόλησή του στην επεξεργασία του, πάντα πολύτιμου, αλατιού. Ο Μυστίλογλου είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με το σουλτάνο, σε βαθμό που του είχε ανατεθεί η προμήθεια του τουρκικού στρατού, ενώ καθ' υπόδειξή του, δέκα μέρες πριν την καταστροφή της Σμύρνης, έφυγε για την Ελλάδα επιλέγοντας ως προορισμό το Ηράκλειο μαζί με τα επτά παιδιά του.


Πόρτες ψυγείων του εργοστασίου που έχουν ενταχθεί στο διάκοσμο του σημερινού καφέ. Δεξιά κάτω, το μικρό άνοιγμα προς τις δεξαμενές (φωτογραφίες Νίκος Χαλκιαδάκης).

Η νέα αρχή

Φτάνοντας στην πόλη, σε ηλικία 50 ετών, αποφασίζει να συνεχίσει την καριέρα του, δηλώνοντας «βιομήχανος ήμουν, βιομήχανος θα ξαναγίνω». Και κάπως έτσι επιλέγει το χώρο για τη δημιουργία του εργοστασίου κατασκευής και επεξεργασίας πάγου μαζί με την εμπορία ψυγείων, για την αποθήκευση ευπαθών προϊόντων και φυτικού ελαίου, της γνωστής μας φυτίνης, την οποία πρώτος έφερε στην Ελλάδα. Ο πάγος εκείνη την εποχή, όπως μας εξήγησε ο κ. Κάσσαρης, δείχνοντάς μας ό,τι απέμεινε από το εργοστάσιο, κυρίως τους αγωγούς και τους αποθηκευτικούς χώρους, παρασκευαζόταν από χοντρό αλάτι και αμμωνία, με ειδική επεξεργασία. Ο Μυστίλογλου αγοράζει το οικόπεδο και το 1928 ξεκινάει την κατασκευή του εργοστασίου, οπότε και κατά τις εργασίες θεμελίωσης φαίνεται ότι ανακαλύπτει τις βυζαντινές δεξαμενές. Προφανώς, λόγω της απόφασής του να μην παρέμβει στο μνημείο, αλλάζει το σχεδιασμό του μη χτίζοντας το επταώροφο οικοδόμημα που σχεδίαζε, με έναν όροφο για κάθε παιδί του, και διαφοροποιεί τη θεμελίωση του εργοστασίου του.


Ο υπεύθυνος του "Παγοποιείον" κ. Ντίνος Κάσσαρης, που μας διηγήθηκε τη μοναδική ιστορία του κτηρίου που συνδέθηκε με τις βυζαντινές δεξαμενές.

Χρήματα σε τσουβάλια

Με την ολοκλήρωση της κατασκευής δημιουργεί την "Ομόρρυθμη Βιομηχανική Εταιρεία Ελλάδας (ΟΒΕΕ) Γεώργιος Μυστίλογλου" και μέσα σε λίγα χρόνια απογειώνει την επιχείρησή του. Είναι χαρακτηριστικές μαρτυρίες της εποχής ότι τα χρήματα από τα έσοδα πήγαιναν στην παρακείμενη τράπεζα μέσα σε τσουβάλια, όπου μετρούνταν από τους ταμίες. Ο ίδιος φρόντισε ώστε τα παιδιά του να σπουδάσουν, με τον πρωτότοκο, Αριστομένη, να έχει τελειώσει χημικός μηχανικός και να ασχολείται με τη βιομηχανία.

Η παλιά εθνική

Ένας ακόμα από τους γιους του Μυστίλογλου, ο Διογένης, έχει μια ακόμα πιο ενδιαφέρουσα ιστορία, καθώς σπούδασε μηχανικός εργολάβος και εργάστηκε ως διευθυντής στην τεχνική εταιρεία "Όλυμπος" του Λαμπάκη, η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παρέθεσε ο κ. Κάσσαρης, κατασκεύασε την παλιά εθνική Ηρακλείου-Ρεθύμνου. Το Παγοποιείον επιτάχθηκε το 1941 από τους Γερμανούς, με τον Αριστομένη να παραμένει διευθυντής και από την εποχή εκείνη προέρχεται μια επιγραφή η οποία ακόμα σώζεται αναγράφοντας μια παροιμία: «Ο Θεός να μας φυλάει από τον ισχυρό αέρα και την καταιγίδα και από τους αργόσχολους ανθρώπους». Το εργοστάσιο συνεχίζει τη λειτουργία του μετά την κατοχή με την ίδια δραστηριότητα, έχοντας ως προμηθευτές, ειδικά για τα μεγάλα ψυγεία, τον Ελληνικό Στρατό και τους Αμερικανούς της Βάσης της Σούδας, όπως μαρτυρούν ακόμα οι πόρτες των ψυγείων που έχουν σωθεί, ορισμένες από τις οποίες, μαζί με αγωγούς αμμωνίας, έχουν ενταχθεί με αριστοτεχνικό τρόπο στο διάκοσμο του Παγοποιείου που συνεχίζει να λειτουργεί ως καφέ-μπαρ-εστιατόριο.

Η αρχή του τέλους

Το εργοστάσιο μέχρι το 1965 πήγαινε αρκετά καλά, με τον Πατριάρχη της οικογένειας, τον Γιώργο Μυστίλογλου, να έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση το 1948 ή 49. Η διεύθυνση έχει περάσει στα χέρια του Αριστομένη, ενώ το 1968 η επιχείρηση περνάει με τη μορφή ενοικίου στα χέρια ενός Έλληνα ομογενούς από τη Συρία που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη, του ψυκτικού Ιωάννη Αντύπα. Η αυλαία πέφτει με τρόπο δραματικό. Σύμφωνα με τις φήμες, ο νέος ιδιοκτήτης, απογοητευμένος από τη συνεχή καθοδική πορεία της επιχείρησης, αποφασίζει να πάρει την εκδίκησή του από την ίδια την εποχή που τον κατέστρεψε με την «εισβολή» των νέων τεχνολογιών και κυρίως των ηλεκτρικών ψυγείων που έβαζαν στον... πάγο τον ίδιο τον... πάγο!. Ένα βράδυ Κυριακής, 23 Νοεμβρίου του 1969, δίνει ρεπό σε όλο το προσωπικό, κλειδώνεται μέσα στο εργοστάσιο και αρχίζει να σπάει με μια βαριά τα μηχανήματα, ένα προς ένα. Ανάμεσά τους και τα έμβολα των συμπιεστών που διοχέτευαν την αμμωνία στις παγοκυψέλες καταστρέφοντας το Παγοποιείο. Όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Ο κίνδυνος που απλώνει τα γαμψά του νύχια για το Ηράκλειο είναι τρομακτικός, με την απειλή μιας φονικής έκρηξης και δηλητηρίασης λόγω της αμμωνίας στην πόλη. Και όπως αναφέρει ο Τύπος της εποχής, «ανακρίσεις επί της όλης υποθέσεως διεξάγει ήδη η Διοίκησις Χωροφυλακής διά το κατά πόσον η διαρροή του αερίου της αμμωνίας υπήρξεν αποτέλεσμα ηθελημένης πράξεως». Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του εργοστασίου πάγου εξαφανίζεται από εκείνη τη νύχτα και δεν ξανακάνει ποτέ πια την εμφάνισή του. Έκτοτε αναζητείται από την Ιντερπόλ, όπως μας εξήγησε ο κ. Κάσσαρης, χωρίς να βρεθούν ποτέ πια τα ίχνη του. Και κάπως έτσι έπεσε η αυλαία του εργοστασίου και μιας ολόκληρης εποχής.

Του Σταύρου Μουντουφάρη

neakriti.gr