Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα

Του Νίκου Σαραντάκου

Τα γλωσσικά δάνεια και αντιδάνεια είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν συχνά το ιστολόγιο, γιατί ο γλωσσικός δανεισμός (και αντιδανεισμός) είναι φαινόμενο που με σαγηνεύει. Κατά καιρούς παρουσιάζω εδώ άρθρα για λέξεις που μπήκαν στα ελληνικά από τη μια ή την άλλη γλώσσα ή για ελληνικές λέξεις σε ξένες γλώσσες ή για αντιδάνεια. Για προφανείς λόγους, μεγάλο μέρος των γλωσσικών αυτών δανείων στην ελληνική γλώσσα είναι τουρκικής προέλευσης -και έχω παλιότερα δημοσιεύσει ένα άρθρο με «220 τούρκικες λέξεις«. Το άρθρο εκείνο είχε ένα μειονέκτημα: το λημματολόγιο δεν το είχα καταρτίσει εγώ αλλά, όπως έλεγα, το είχα βρει να κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και είχε αρκετά λαθάκια στις εξηγήσεις, καναδυό λέξεις που δεν ήταν τούρκικης προέλευσης, καθώς και αρκετές ελλείψεις. Έχω σκοπό στο μέλλον να φτιάξω ένα άλλο άρθρο με κάπως πληρέστερο κατάλογο, με τουλάχιστον διπλάσιο πλήθος λημμάτων. Να δούμε πότε θα αξιωθώ.

Κι έτσι, πήρα στα χέρια μου με μεγάλη χαρά και πολύ ενδιαφέρον ένα βιβλίο που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό από τη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, το «Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα» του Βασίλη Ορφανού. Με ενδιαφέρον, διότι και οι διάλεκτοι είναι θέμα που με ενδιαφέρει πολύ. Με χαρά, επειδή ο Βασίλης είναι καλός φίλος και φίλος του ιστολογίου και ήξερα ότι δουλεύει εδώ και χρόνια το βιβλίο αυτό, κι είναι πάντοτε ενθαρρυντικό να βλέπεις τους κόπους να καρποφορούν και να δίνουν τόσο μεστούς καρπούς: το βιβλίο του Βασίλη εκτείνεται σε σχεδόν 600 σελίδες και περιέχει περίπου 3.000 λήμματα, 3.000 λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό γλωσσικό ιδίωμα.

Ο αριθμός αυτός φαίνεται πολύ μεγάλος, αλλά πρέπει να πάρουμε υπόψη δυο παράγοντες: α) Δεν χρησιμοποιούνται σήμερα όλες αυτές οι λέξεις· και πολλές από όσες χρησιμοποιούνται, ακούγονται κυρίως στην ύπαιθρο ή είναι γνωστές μόνο στους γεροντότερους, και β) Ο Ορφανός καταγράφει επισης όλες τις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, ακόμα και όταν μόνο το ένα συνθετικό είναι τουρκογενής λέξη (θα δώσω πιο κάτω ένα παράδειγμα). Από την άλλη, δεν περιλαμβάνει λέξεις που, αν και στις πηγές αναφέρονται ως τουρκικά δάνεια, έχουν μπει στη γλώσσα απευθείας απο τα αραβικά, ας πούμε το ζάρι.

Όταν λέμε «λέξεις του κρητικού ιδιώματος», δεν καταγράφονται φυσικά μόνο οι «αποκλειστικά κρητικές» λέξεις -και πώς θα γινόταν αυτό άλλωστε- αλλά και πάρα πολλές πανελλήνιες, π.χ. καζάνι, μπεκρής, που υπάρχουν και στα γενικά λεξικά της νεοελληνικής. Ο Ορφανός επισημαίνει με αστερίσκο όλα τα λήμματα του βιβλίου που περιλαμβάνονται στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, ενώ με ένα Α σε εκθέτη σημειώνει τα λήμματα που δεν υπάρχουν στο ΛΚΝ αλλά τα περιλαμβάνει ο Ανδριώτης στο Ετυμολογικό Λεξικό του. Υπολογίζει επίσης ότι περίπου 90 από τις λέξεις του λεξικού περιλαμβάνονται και στις «Λέξεις που χάνονται«, το βιβλίο που έχω βγάλει με 366 λέξεις που δεν υπάρχουν στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας.

Ο Ορφανός έχει κάνει εντυπωσιακή δουλειά σε όγκο αλλά και σε επιμέλεια. Άλλωστε, τη μεθοδικότητά του την έχουμε γνωρίσει από πρώτο χέρι εδώ στο ιστολόγιο, στην υποδειγματική εργασία του για τη «διαδρομή της έκφρασης αμέτι μουχαμέτι«. Στο Λεξικό, έχει αποδελτιώσει όλα τα βασικά συγγράμματα του κρητικού ιδιώματος -και υπάρχουν πολλά, του Πάγκαλου, του Πιτυκάκη και του Ξανθινάκη είναι τα πιο γνωστά- αλλά και πάρα πολλές συλλογές γλωσσικού ιδιωματικού υλικού από άλλες περιοχές της χώρας, θέλοντας να βρει ανάλογους τύπους -και καταλήγει στο συμπέρασμα στο οποίο είχα κι εγώ καταλήξει όταν έγραφα τις «Λέξεις που χάνονται», ότι πάρα πολλές από τις λέξεις που θεωρείται από τον εκάστοτε συλλογέα ότι έχουν τοπικό χαρακτήρα (π.χ. κοζανίτικες, μυτιληνιές, κρητικές, ηπειρώτικες) στην πραγματικότητα είναι είτε πανελλήνιες, είτε «υποπανελλήνιες» (πολυπεριφερειακές τις έχω επίσης πει), δηλαδή απαντούν σε εκτεταμένα τμήματα του ελλαδικού χώρου και όχι απαραιτήτως γειτονικά, ας πούμε στην Κρήτη και στην Πιερία. Η βιβλιογραφία του πιάνει πολλές σελίδες, και πέρα από λεξικά, μελέτες, άρθρα, εκτείνεται επίσης σε διαδικτυακές πηγές αλλά και σε λογοτεχνικά έργα. Μια πρωτοτυπία είναι ότι πλάι σε κάθε μια από τις δευτερεύουσες πηγές (όχι δηλ. από τα κρητικά λεξικά) σημειώνει τα λήμματα για τα οποία άντλησε υλικό. Έτσι, π.χ. από το ιστολόγιό μας έχει πάρει υλικό για τα λήμματα αμέτι μουχαμέτι, καλντιριμιτζής, κεμέρι, μεσκίνης, μπουλούμπασης, νταμπασίνα, σουρντίζω, τζάνερο, φιστίκι, χαβανόζι, ενώ από το «Σχολείον των ντελικάτων εραστών» (μετάφραση καμωμένη από τον Ρήγα Φεραίο) έχει πάρει υλικό για το λήμμα πεστρέφι.

Πολλή δουλειά, γόνιμη δουλειά, αλλά και ανάσες. Το καλό με τα λεξικά αυτά, τα προσωπικά, τα μερακλίδικα, που δεν είναι υποχρεωμένα να φοράνε επίσημο ένδυμα όπως τα μεγάλα λεξικά σαν το ΛΚΝ ή της Ακαδημίας (και, προς Θεού, μην το πάρετε αυτό για μομφή είτε έτσι είτε αλλιώς), είναι πως αφήνουν στον συγγραφέα τους περιθώριο για περιστασιακές παρεκβάσεις, που τις βρίσκω ιδιαίτερα σαγηνευτικές, αρκεί ο συγγραφέας να μην το παρακάνει -και ο Ορφανός είναι φειδωλός στις παρεκβάσεις του, αλλά τερπνός όποτε τις αποφασίζει. Σε μια λέξη, στο «καραμπάσι» ή «καραμπάχι», ένα είδος ιαματικού ελαίου, κάνει την τιμή να της αφιερώσει το οπισθόφυλλο, και γι΄αυτήν γράφει, ανάμεσα σε άλλα:  Η μάνα μου αγόραζε κάθε χρόνο λίγο καραμπάσι από έναν γυρολόγο αχτάρη (από τον Αποκόρωνα ήταν, αλλά τον έλεγαν «ο Σφακιανός»), και το φύλαγε σε ένα κομψό μπουκαλάκι (το γυάλινο πώμα του απόληγε σε μισοφέγγαρο), που το είχε χαρίσει στη μάνα της μια χανούμη γειτόνισσα στις αρχές του 1900. Δυο-τρεις σταγόνες καραμπάσι σε μια κουταλιά ζάχαρη και μισό ποτήρι κρύο νερό ήταν στα παιδικά μου χρόνια το φάρμακο διά πάσαν νόσον.

Είπα πιο πάνω ότι στο λεξικό δεν καταγράφονται μόνο βασικά λήμματα, αλλά και παράγωγα και σύνθετα. Έτσι, για τη λέξη καζάνι βρίσκουμε στο λεξικό τα εξής λήμματα: καζάνα, καζανάρα, καζανάραινα, καζαναργιό, καζαναρεύγω [κάνω απόσταξη ρακής], καζανάρης, καζανάτορας, καζανατζής, καζάνεμα [η διαδικασία της απόσταξης], καζανέματα [η εποχή που γίνεται η απόσταξη, αυτό τον καιρό περίπου], καζανεύγω, καζάνι, καζανιά, καζανιάζω, καζανιάτικο [τα καζανιάτικα, η ποσότητα που κρατάει ο ιδιοκτήτης του καζανιού ως αμοιβή για την απόσταξη που κάνει για λογαριασμό τρίτου], καζανοβγάνω, καζανόκαιρος, καζανοκέφαλος, καζανόξυλα, καζινοπαραστιά, καζαντζής. Αν τα μέτρησα καλά, είναι 21 λήμματα, και πρέπει να προσθέσουμε και όσα έχουν δεύτερο συνθετικό το καζάνι, π.χ. ρακοκάζανο. Βλέπουμε παρεμπιπτόντως ότι η λαϊκή γλώσσα έχει μπορέσει να ενσωματώσει αρμονικά τις δάνειες λέξεις, και να παράξει (σικ, ρε) δεκάδες παράγωγα και σύνθετα, ενώ η λόγια γλώσσα (ή η σημερινή νεοελληνική, κακά τα ψέματα) δεν το καταφέρνει και τόσο καλά αυτό -αλλά πλατειάζω.

Καλό είναι όμως να πάρουμε και μια γεύση από το λεξικό. Θα παραθέσω μερικά λήμματα, όχι στην πληρότητά τους, που μου τράβηξαν την προσοχή καθώς το φυλλομετρούσα (θα το διαβάσω και πιο προσεχτικά).

αμπλά: η αδελφή (τκ. abla, η μεγαλύτερη αδελφή).

ασκαλντί, ασκαρντί, ασκαντί: παραλίγο (από τουρκ. az kaldi, «λίγο έμεινε»)

αχιουρές: ο ασουρές, το γνωστό πολίτικο γλυκό, αλλά και, μεταφορικά, πράγμα ή πρόσωπο που δεν έχει αξία. Και φράση: εγενήκανε αχιουρέ: καβγαδίσανε άγρια, γίνανε μαλλιά κουβάρια (επειδή ο αχιουρές είναι μίγμα πολλών υλικών).

ελίφι: φυτικό σφουγγάρι για το μπάνιο. Το γράφουν και ελείφι (παρετυμ. προς το αλείφω) αλλά όπως έχει δείξει ο Κ. Καραποτόσογλου προέρχεται από το τκ. lif (ίνες, όπως του κορμού του φοίνικα).

ζιαφεντάδικος: αυτός που δουλεύει σε άλλον αμισθί, υπό τον όρο ότι αυτός θα του κάνει ζιαφέτι, θα τον τραπεζώσει. Από το ζιαφέτι (τραπέζωμα) με παρετυμολογία προς το “αφέντης’.

κερεβίζι: το σέλινο, tk, kereviz. Και αστείο δίστιχο: Ίντα ψήνεις και μυρίζει; Κεντανέ και κερεβίζι! Κεντανές είναι τα πράσα (επίσης στο λεξικό).

κουρκουζάνης: δειλός, και ρήμα: κουρκουζανεύω: δειλιάζω (από korku = φόβος).

λαλά: η γιαγιά (και λάλος: ο παππούς). Από τουρκικό lala, που αρχικά σήμαινε παιδαγωγός. Η μετάβαση στη σημασία της γιαγιάς, μάλλον επειδή η γιαγιά αναλάμβανε παλιότερα το ρόλο αυτόν στις λαϊκές οικογένειες.

λέχι, λέσι: το ψοφίμι, όπως στην κοινή νεοελληνική, αλλά έχει ενδιαφέρον ότι έχει αναπτυχθεί και η σημ. λέχης = τεμπέλης, με παράδειγμα χρήσης «Δεν επήε σήμερο ο γιος μας στο σκολειό μόνο εκείτουντανε ολημέριως τση μέρας ωσάν τον λέχη», που δείχνει πώς έγινε η αλλαγή σημασίας και γένους. Και » με το λέχι ντου» = με το πάσο του.

μιλέτι: το έθνος, η ράτσα, η φυλή. Σε υποτιμ. φράσεις όπως «Ε, του διαόλου/του κερατά το μιλάτι! (τκ. millet)

ναφιλέ: μάταια, ανώφελα. Από τουρκ. nafile, το οποίο μπορεί να είναι αντιδάνειο (από ανωφελώς) αλλά δεν είναι βέβαιο. Υπάρχει και τύπος αναφιλέ, από επανανάλυση -μα ναφιλέ > μα αναφιλέ.

νεφέσι: ρουφηξιά καπνού (τκ. nefes) [ΝΣ: που μου θυμίζει το ρεμπέτικο "Ο λουλάς και το νεφέσι μ' έφεραν σ' αυτή τη θέση"]

νταμαύλησι και νταμαυλησί: μικρή αυλή (αυλιδάκι) που σχηματίζεται στη στέγη ισόγειου δωματίου. «Τα καλοκαίρια βγάνομε το τραπέζι όξω στο νταμαύλησι και τρώμε εκειά». Από το dam avlusu «αυλή στέγης». Το dam είναι τούρκικο, το avlu είναι απο την αυλή, άρα έχουμε ημιαντιδάνειο! Όπως λέει ο Ορφανός, είναι δάνειο που ξαναγύρισε πληρωμένο με… τόκο!

ντουκιάνι, ντουκάνι: καφενείο, παντοπωλείο -ιδίως στο χωριό που είναι και τα δύο. Σημειώνει ο Ορφανός ότι το ντουκιάνι πουλούσε τα είδη εκείνα που δεν μπορούσαν να παράξουν (σικ δικό μου) οι χωρικοί: ζάχαρη, καφέ, ρύζι, πετρέλαιο, σπίρτα, βελόνες για το ράψιμο, και, τη μοναδική ίσως πολυτέλεια της κουζίνας τους, διακοσμητικά χαρτιά για τα ράφια της πιατοθήκης τους.

ορτάκης: συνεταίρος, σύντροφος, ταίρι. Και ο/η σύζυγος. Και ο συζευτής, δηλ. ο καθενας απο τους συνεταίρους που φτιάχνουν ένα ζευγάρι βόδια για το όργωμα, διαθέτοντας καθένας το δικό του. Από τκ. ortak.

σαλαβα(ν)τίζω: προσεύχομαι (σκωπτ.), μιλώ γρήγορα και ακαταλαβίστικα, μουρμουρίζω μονολογώντας. Ειρωνικό από τις προσευχές των μουσουλμάνων, από salavat = προσευχές. Η λέξη ήδη στον Μπουνιαλή (Κρητικός πόλεμος), όπου και το ωραίο δίστιχο «Οι Τούρκοι παίζαν πίφερες και να λαλούν ταμπούκια / και να σαλαβατίζουνε σα νηστικά κουλούκια» (κουλούκια, που την έχει το λεξικό βέβαια, είναι τα σκυλάκια).

τσαΐλι, τσακίλι: χαλίκια, μικρά βότσαλα, το γαρμπίλι της κοινής νεοελληνικής. Από τκ. çakil, çagil. Kαι αμμοτσάιλο, το αμμοχάλικο.

τσιτσέκι, τζιτζέκι: το λουλούδι, μικρή ανθοδέσμη. Αλλά και το τσουτσέκι της κοινής. Μαντινάδα: Αγάπη μου δεν ήσουνε, εγώ θε να σε κάμω / τζιτζέκι βαρακλήδικο, στ΄αυτί μου να σε βάνω. Βαρακλήδικος, ο επιχρυσωμένος. Η λέξη λουλούδι χρησιμοποιείται στα κρητικά και με τη σημασία “λέρα’, μεταφορικά απο αντίφραση, και κάπως έτσι πρέπει να εξηγείται και το τσουτσέκι -που το έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο.

Σταματάω τη σταχυολόγηση εδώ. Κανένα λεξικό δεν είναι απαλλαγμένο από λάθη, και υποθέτω ότι και το βιβλίο του Ορφανού θα τα έχει τα λαθάκια του. Θα σημειώσω εδώ δυο-τρεις διαφωνίες, αν και είναι λίγο άχαρο να γκρινιάζει κανείς με τόσο καλές δουλειές.

Καταρχάς, ενώ σωστά ο Ορφανός περιλαμβάνει στο λεξικό και λέξεις που οι πηγές του έχουν χαρακτηρίσει τουρκικής προέλευσης ενώ δεν είναι, θα έπρεπε να τις επισημαίνει λίγο εμφανέστερα (από τυπογραφική άποψη) ώστε να μην τις παρερμηνεύσει (για αυθεντικά δάνεια) ο απρόσεχτος αναγνώστης. Έχω υπόψη μου άλλες περιπτώσεις -ακόμα και ο Ανδριώτης στο λεξικό του θεωρεί αντιδάνειο το αμπάρι, παρασυρμένος από την εργασία του Maidhof, ο οποίος την περιλαμβάνει στα αντιδάνεια επειδή άλλοι την είχαν χαρακτηρίσει έτσι, αλλά στην ανάλυση του λήμματος λέει ότι δεν είναι αντιδάνειο!

Έπειτα, στο λήμμα «ναμικιόρος» (αχάριστος), που σωστά ανάγεται στο τουρκ. nankör, περσ. nan = ψωμί και kur = τυφλός, νομίζω ότι εξηγείται πολύ απλούστερα από το ότι ο αχάριστος είναι τυφλός στο ψωμί που τρώει παρά από την αρκετά μακροσκελή εξήγηση του Ορφανού. Και δεν νομίζω ότι το επίθημα -τζου έχει πάρει αρνητική χροιά από την «καλντεριμιτζού» όπως υποστηρίζει ο φίλος Βασίλης. Αλλά αυτά είναι διαφωνίες και μπορεί το άδικο να το έχω εγώ.

Και κάπου εδώ θα κλείσω την παρουσίαση, αν και ασφαλώς θα επανέλθω στο βιβλίο του Ορφανού και θα αντλήσω υλικό για επόμενα άρθρα. Όμως, πεφτει το μάτι μου στο λήμμα «ναμουντάνικος», που είναι λέξη που σημαίνει «ξακουστός, φημισμένος» και παράγεται από το «νάμι» (όνομα, φήμη), λέξη που την έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο. Και τη λ. ναμουντάνικος μπορεί να την έχουμε συζητήσει, αλλά στέκομαι στην παρατήρηση του Ορφανού, ότι η λέξη «ξαναζωντάνεψε στον τίτλο του βιβλίου του Κωστή Λαγουδιανάκη Τα ναμουντάνικα χωριά τση μάνα μας τση Κρήτης (2009), που περιέχει 1430 μαντινάδες του συγγραφέα για τα ισάριθμα χωριά και πόλεις της Κρήτης».

Ώστε ξαναζωντανεύουν οι λέξεις; Αν ναι, τότε συλλογές σαν κι αυτή του Ορφανού έχουν μια ακόμα αξία.

sarantakos